Παρασκευή, Μαΐου 28, 2010

Οικονομική κρίση: Μία ερμηνευτική προσέγγιση

Εισαγωγή

Η οικονομική και κοινωνική δίνη στην οποία ευρίσκεται η Ελλάδα την παρούσα στιγμή είναι αποτέλεσμα των διαχρονικών αδυναμιών της οι οποίες δεν της επέτρεψαν να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που της δόθηκαν και να δομηθεί ως ένα σύγχρονο δυτικό-ευρωπαϊκό κράτος. Βιώνουμε αυτές τις μέρες αυτό που αποκαλεί εύστοχα ο Τσουκαλάς ως «μία μορφή επιθετικής οικονομικής βίας από τις αγορές» οι οποίες επιτρέπουν στους κερδοσκόπους (άραγε υπάρχουν και χασοσκοποί αναρωτήθηκε πρόσφατα ένας σύγχρονος επιχειρηματίας - «φιλόσοφος») να εκφράζουν απεριόριστη επιθετικότητα ενάντια σε μία χώρα οικονομικά απροστάτευτη. Ωστόσο δεν είναι κάτι που συνέβη μόνο τώρα, έχει συμβεί και στο παρελθόν (ακόμα και με χρεοκοπίες – βλέπε τις αντίστοιχες των ετών 1893 και 1932) και δεν οφείλεται τόσο στην στάση των αγορών, πάντα κερδοσκοπικές ήτανε, όσο στην δομή του ελληνικού κράτους. Ωστόσο αυτό που την κάνει πιο έντονη είναι ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι η πρώτη μετά από 36 χρόνια συνεχούς ανάπτυξης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου μας.

Στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας στηριγμένοι κατά βάση στο κείμενο του Μ. Αλεξάκη το οποίο είναι και το πιο σύγχρονο, και ενισχυόμενοι κατά περίπτωση με τα παλαιότερα αλλά πάντα επίκαιρα κείμενα των Παναγιωτοπούλου και Τσουκαλά θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους το κράτος στο οποίο βιώνουμε και ενεργούμε δεν κατάφερε να οργανωθεί με τρόπο ορθολογικό όπως τα σύγχρονα δυτικό-ευρωπαϊκά κράτη. Δεν θα αναφερθούμε παρά ελάχιστα στα θετικά της εξέλιξης του Ελληνικού κράτους διότι δεν μας ενδιαφέρουν τα καλώς κείμενα, αυτά τα περιγράφει επαρκώς η διδακτέα ιστορία. Αντίθετα μας ενδιαφέρουν τα κακώς κείμενα και σε αυτά θα επικεντρωθούμε

Η εργασία μας θα κινηθεί σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο του κράτους ως συλλογική οντότητα και στο επίπεδο του πολίτη ως ατομική οντότητα. Συσχετίζοντας στο τέλος την μεταξύ των διασύνδεση θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε πως ο συνδυασμός αυτός μας οδήγησε στην κατάσταση την οποία βιώνουμε.

Το κράτος ως συλλογικός φορέας.

Το κράτος στην Ελλάδα μοιάζει με «γίγαντα με πήλινα πόδια» όπως έχει εύστοχα περιγραφεί. Είναι ένα τεράστιο, δυσκίνητο, υπερτροφικό, διογκωμένο, αναξιόπιστο και αναποτελεσματικό μόρφωμα,[1] του οποίου τα «πήλινα πόδια» έσπασαν πρόσφατα από το βάρος της δυσλειτουργίας και προσπαθούμε εμείς οι πολίτες και η παγκόσμια κοινότητα να στηρίξει με όποιο τρόπο μπορεί.

Το πρόβλημα σηματοδοτείται από το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μία περίοδο κρίσης διότι δεν φαίνεται εφικτή η επίτευξη κοινωνικής συναίνεσης ούτε ως προς τους στόχους προς τους οποίους θα πρέπει να κινηθεί στο μέλλον, ούτε ως προς τα μέσα που θα χρησιμοποιήσει για να τους πετύχει[2]. Ο λόγος για τον οποίο δεν συνέβη αυτό σύμφωνα με τον Αλεξάκη είναι διότι στην Ελλάδα ουδέποτε θεσμοθετήθηκαν - οι αυτονόητοι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες - ορθολογικοί κανόνες βάσει των οποίων ρυθμίζεται και λειτουργεί το συλλογικό κρατικό μόρφωμα σε όλες τις όψεις του, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές[3]. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην Ελλάδα πρώτα καθιερώθηκε ο κοινοβουλευτισμός και αργότερα ακολούθησε η οικονομική ανάπτυξη και εκβιομηχάνιση, με αποτέλεσμα η κοινωνική συναίνεση να μην θεμελιώνεται επάνω σε ένα ορθολογικό κοινωνικό συμβόλαιο δυτικού τύπου όπως το έχει θέσει ο Max Weber, αλλά πάνω σε πελατειακές σχέσεις πρωταρχικά και δευτερευόντως στον λαϊκισμό[4].

Διότι το βασικό στοιχείο της διάρθρωσης ενός σύγχρονου κράτους είναι υιοθέτηση αυτού του κοινωνικού συμβολαίου το οποίο ουδέποτε συνέβη στην Ελλάδα. Η θεμελιώδης αρχή της κοινωνικής οργάνωσης συνεπάγεται την εσωτερίκευση ενός γενικού κανόνα, ο οποίος ζητά από το ελεύθερο άτομο να υποτάσσεται πρόθυμα στον νόμο, να ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του ως πολίτης και να τηρεί πιστά της συμβατικές του υποχρεώσεις[5]. Ωστόσο στόχος του Έλληνα πολίτη δεν είναι να πειθαρχήσει στον νόμο και τους κανόνες αλλά να βρει τρόπους να υπερβεί τις δυσκολίες που αυτοί θέτουν με σκοπό να τους αποφύγει. Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο η παρανομία, η φοροδιαφυγή, οι υπόγειες δραστηριότητες και κάθε είδους ανεύθυνη συμπεριφορά οριοθετούν ένα πρακτικό λόγο υιοθετημένο από την ελληνική κοινωνία.[6]

Το αίτημα για εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και μεταρρυθμίσεις είναι ένα χρόνιο αίτημα το οποίο έχει γίνει πιο έντονο με την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο το κομματικοκρατικό σύστημα, η ισχνή κοινωνία των πολιτών, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους επιχειρόντες μεταρρυθμίσεις, τα οικονομικά συμφέροντα, οι πελατειακές σχέσεις, ο λαϊκισμός είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους δεν έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα το πλαίσιο για μία εκσυγχρονιστική πορεία.[7]

Οι διαχρονικές «αξίες»

Προκειμένου να αναδείξουμε τις διαχρονικές δυσλειτουργίες του κράτους θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τα κακώς κείμενα που τις προκάλεσαν κάνοντας μία ιστορική αναδρομή και συσχετίζοντας αυτές με την σημερινη εποχή.

Σύμφωνα με τον Μουζέλη η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Δυτική Ευρώπη αποτέλεσε την κύρια διαδικασία μετάβασης από το ολιγαρχικό/περιοριστικό σύστημα διακυβέρνησης στην αστική δημοκρατία με οργανωμένα πολιτικά κόμματα. Στην Ελλάδα αυτό δεν συνέβη. Αντίθετα καθιερώθηκε πρώτα ο πολιτικός κοινοβουλευτισμός (πιο νωρίς από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα) και μετά ακολούθησε η οικονομική ανάπτυξη και εκβιομηχάνιση[8]. Το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα κατά την συγκρότηση του μετά την Τουρκοκρατία δεν αποτέλεσε προϊόν κοινωνικών αγώνων και διεκδικήσεων όπως συνέβη στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αλλά ένα τρόπο επιβολής των τοπικών ελίτ (προεστοί, τζάκια) επάνω στους υπόλοιπους κατοίκους.

Άρα αποτελεί έναν μηχανισμό κυριαρχίας όπου η συναίνεση επιτυγχανόταν (και επιτυγχάνεται ακόμα και σήμερα) εξωθεσμικά μέσω άτυπων διαπροσωπικών πελατειακών σχέσεων και πρακτικών καθιστώντας τον πολίτη έναν καιροσκόπο υπήκοο και την ελληνική κοινωνία να χαρακτηρίζεται (μέχρι και σήμερα) από την πανταχού παρούσα κρατική παρέμβαση, τον παραδοσιακό ελληνικό κρατισμό.

Η αργή και μάλλον αναποτελεσματική εκβιομηχάνιση της Ελλάδας και η ένταξη πιο δυναμικά στο καπιταλιστικό μοντέλο έγινε αργά (μετά την οικονομική κρίση του 1929) και στρεβλά διότι τον πρώτο λόγο στην διαδικασία εκβιομηχάνισης είχε το κράτος, ελέγχοντας τόσο την επιχειρηματική δραστηριότητα όσο και την αυτονομία των οργανώσεων της εργατικής τάξης και εντάσσοντας τα μέλη της στον πολιτικό βίο με εξαρτημένο (πελατειακό ή λαϊκίστικο) τρόπο.

Ο λαϊκισμός αρχίζει να εμφανίζεται την περίοδο μετά το 1909 αποτελώντας τον πρώτο συσσωματικό τρόπο πολιτικής κινητοποίησης των μαζών[9]. Με απώτερο στόχο την κοινωνική ενσωμάτωση των μεσαίων στρωμάτων, ο λαϊκισμός, ως ιδεολογικό αλλά και ως συνειδητή επιλογή της κρατικής πολιτικής, προσέφερε τις δυνατότητες και την νομιμοποιητική κάλυψη για να συνεχιστεί σε όλο τον 20ο αιώνα και να ενταθεί την δεκαετία του 1980[10].

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό φαινόμενο της περιόδου εκείνης το οποίο κληρονομήθηκε ως σήμερα αποτελούσε το αρχηγικό προφίλ των κομμάτων. Όλες οι εξουσίες άρχιζαν και τελείωναν στο πρόσωπο του αρχηγού και ως ένα βαθμό στα μέλη των πατροπαράδοτων τζακιών με εκτεταμένα δίκτυα προσωπικών ψηφοφόρων που εκλέγονταν ανεξαρτήτων κόμματος με το οποίο έθεταν υποψηφιότητα.

Η πολιτική-κομματική κουλτούρα αυτής της περιόδου, η οποία παραμένει ενεργή σε κάποιο βαθμό και την σύγχρονη εποχή έστω και αν αποκαλείται σκωπτικά ως παλαιοκομματισμός, έχει γνωρίσματα που παραπέμπουν στην λογική της άτυπης μη συμβολαιακής μορφής διακυβέρνησης: καθορίζεται από σχέσεις πάτρωνα/πολιτικού – πελάτη/ψηφοφόρου, καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων και επαφών αντί για δημιουργία γραφειοκρατικών δομών, υπεροχή των βουλευτών και πολιτευτών έναντι των κομμάτων τους, μεταβίβαση της προσωπικής πελατείας με κληρονομιές και κληροδοσίες και καθώς και της βουλευτικής έδρας από γονέα σε παιδί (συχνότατο φαινόμενο και την σύγχρονη εποχή), και τέλος το σημαντικότερο από όλα, το «ρουσφέτι» η ανταλλαγή-εξαργύρωση της ψήφου για κάποια χάρη προσωπική, κυρίως μέσω του «βολέματος» σε κάποια θέση στο δημόσιο. Το «ρουσφέτι» οφειλόταν στο πελατειακό σύστημα και ταυτόχρονα το ενίσχυε συντηρώντας την «ανορθόδοξη» πολιτική κυριαρχία και εντάσσοντας με αυτόν τον τρόπο εξαρτημένα τους νέους ψηφοφόρους στην πολιτική

Περνώντας από την μετά-εμφυλιακή Ελλάδα και την επτάχρονη δικτατορία στην μεταπολίτευση τα κοινωνικά ζητήματα ομαλοποιούνται. Το πολίτευμα στηρίζεται στον κοινοβουλευτισμό αλλά εξακολουθεί σύμφωνα με τον Μουζέλη να είναι περισσότερο φιλελεύθερο και λιγότερο δημοκρατικό[11], μία μορφή «πρωθυπουργικής» δημοκρατίας όπου ο αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος και πρωθυπουργός ασκεί τις σημαντικότερες εξουσίες με τρόπο πολλές φορές απολυταρχικό (περιπτώσεις των αποθανόντων Κ. Καραμανλή και Α. Παπανδρέου).

Παρά τις αλλαγές, πολλά από τα συνήθη δεινά που κατατρέχουν διαχρονικά την Ελληνική κοινωνία είναι και την περίοδο αυτή παρόντα πατροπαράδοτα κακώς κείμενα όπως ο λαϊκισμός (έντονος κατά την διακυβέρνηση Α. Παπανδρέου), η οικογενειοκρατία (οι γνωστοί γόνοι των προαναφερθέντων οικογενειών), γραφειοκρατική πατρωνία, πολιτικά μέσα, γενικευμένη διαφθορά των πολιτικών ελίτ, οικονομικά σκάνδαλα κ.α.

Επίσης έντονη παραμένει και αυτήν την περίοδο η αντίθεση μεταξύ τυπικού και άτυπου τομέα σε μία σειρά από θεσμούς όπως τα ζεύγη: παιδεία – παραπαιδεία, οικονομία – παραοικονομία, δικαιοσύνη – παραδικαστικό κύκλωμα, επικοινωνία – παραπληροφόρηση, διοικητική γραφειοκρατία – γρηγρόσιμο, χωροταξική ρύθμιση/πολεοδομία – αυθαίρετα[12] κ.α. Οι πολυάριθμοι νόμοι, οι συχνά αντιφατικές ρυθμίσεις και διατάξεις, οι αντικρουόμενες κυβερνητικές εξαγγελίες δημιουργούν ένα ομιχλώδες κανονιστικό πλέγμα του οποίου η εφαρμογή είναι αδύνατη[13] και ευνοούν τους άτυπους θεσμούς[14].

Μετά την ένταξη της χώρας στις Ε.Κ. άρχισαν να πληθαίνουν οι υποστηρικτές της άποψης ότι επιβάλλεται να επέλθει ουσιαστικός εκσυγχρονισμός των δομών της Ελληνικής κοινωνίας.[15] Η ένταξη στην ΕΕ βοήθησαν να γίνουν κάποια βήματα εκσυγχρονισμού και μεταρρυθμίσεων αλλά όχι στον βαθμό που αναμενόταν και το ερώτημα «γιατί δεν γίνονται μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα» ηχεί ακόμα επίκαιρο[16].

Επί της ουσίας όλες οι ρίξεις με το παρελθόν, οι μεταρρυθμιστικές διεργασίες, οι μεταβολές που βιώνει η ελληνική κοινωνία σήμερα οφείλονται στην προσπάθεια της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το γεγονός ότι είναι πλήρης μέλος της Ε.Ε. Ωστόσο τα κοινοτικές κατευθύνσεις και τα κοινοτικά κονδύλια δεν ακολουθήθηκαν ή αξιοποιήθηκαν επαρκώς. Η οικονομική ενίσχυση από την Ε.Ε. μολονότι είχε ως σκοπό την αναδιάρθρωση των κοινωνικών και οικονομικών δομών, αναλώθηκε ως επί το πλείστον σε αντιπαραγωγικές παροχές, επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές, σε έμμεση κοινωνική προστασία μέσω πολιτικών στήριξης επιχειρήσεων, αυξήσεις αμοιβών και συντάξεων, σε αναποτελεσματικά και διαπλεκόμενα έργα κ.α.[17]

Οι πόροι για δημόσιες επενδύσεις κατασπαταλούνται από την διαφθορά και την ανικανότητα, ενώ η επιλεκτική επιχορήγηση επιχειρήσεων με κομματικά κριτήρια (η διαπλοκή) καθιστούν ανέφικτη την διαμόρφωση ενός σύγχρονου ανταγωνιστικού οικονομικού πλαισίου. Τα προγράμματα οικονομικού εκσυγχρονισμού σπάνια οδήγησαν σε ανάπτυξη της οικονομίας ενώ στις συνηθέστερες των περιπτώσεων οδήγησαν σε στασιμότητα ή επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών. Παράλληλα απέτυχε κάθε προσπάθεια βιομηχανικής αναδιάρθρωσης και συνεπώς αύξησης της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας. Όλα τα παραπάνω ώθησαν το κράτος να επωμισθεί με τεράστια χρέη και υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα[18] τα οποία καλούμαστε να πληρώσουμε σήμερα.

Μία σημαντική έλλειψη είναι η ύπαρξη ισχυρής και αυτόνομης κοινωνίας των πολιτών (civil society), ως ένα απαραίτητο, αυτόνομο και ισχυρό ενδιάμεσο στρώμα ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και τον λαό, όπως έχει αναπτυχθεί στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει παραμείνει ανολοκλήρωτη στην Ελλάδα. Η σημασία της για την ομαλή λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας είναι σημαντική και εκτός από κάποιες δειλές προσπάθειες που ξεκίνησαν και παραμένουν ανολοκλήρωτες που δεν αρκούν για να χαλιναγωγήσουν, να οριοθετήσουν και να περιορίσουν τις κρατικές παρεμβάσεις, αυθαιρεσίες και χειραγωγήσεις. Κατά τον Τσουκαλά οι Έλληνες έχουν να επιδείξουν σημαντικά επιτεύγματα στην επιδίωξη των ατομικών τους στόχων και να παραγάγουν πλούτο ως homines economici ενώ αντίθετα στο επίπεδο των συλλογικών στοχεύσεων αδυνατούν να διαμορφώσουν ένα προηγμένο κράτος μη λειτουργώντας ως homines civili.

Ο πολίτης ως αυτόνομη οντότητα

Και το παραπάνω είναι ένα από τα ζητούμενα. Για ποιους λόγους ο Έλληνας ενεργεί όλα αυτά τα χρόνια ως ατομική οντότητα και όχι ως μέρος μία συλλογικής έκφρασης. Μία έκφραση της Βρετανίδας πρώην πρωθυπουργού κ. Μ. Θάτσερ περιγράφει πιο πολύ τους Έλληνες από τους Βρετανούς. «Δεν υπάρχει κράτος, αλλά άτομα και οικογένειες».

Ο δυτικός ατομικισμός, που εκφράστηκε στην θεσμοθετημένη, απρόσωπη, συλλογική κοινωνική οργάνωση, ερμηνεύτηκε στην Ελλάδα ως ατομική δραστηριοποίηση με κανόνες που διαμορφώνονται μέσα από τις οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις και υπόκεινται κατά κύριο λόγο σε προσωπικές δεσμεύσεις[19]. Στην συνείδηση των Ελλήνων, ο «εαυτός» αποτελεί οργανικό τμήμα της οικογένειας και η ταυτότητα του ατόμου οριοθετείται ανάμεσα στους δικούς μας (οικογένεια, συγγενείς, συμπατριώτες) και τους άλλους, δηλ. όσους δεν εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η διαφορά. Οι ηθικοί κώδικες της Δύσης δεν μπόρεσαν λοιπόν να διαπεράσουν μέχρι σήμερα τον κοινωνικό ιστό. Η ελευθερία του πολίτη είναι συνώνυμη με την πλήρη ανευθυνότητα ανάμεσα στους νόμους και τους άλλους. Οι Έλληνες εξακολουθούν να γέννιουνται και να κοινωνικοποιούνται με τα στερεότυπα ενός άναρχου ατομικισμού, όπου η ελευθερία θεωρείται συνώνυμη της πλήρους ανευθυνότητας έναντι του συνόλου, του νόμου και των άλλων[20]. Έχουν συνηθίσει στο εφήμερο, στην αδυναμία να καταστρωθεί αλλά και να τηρηθεί κάποιος μέσο- ή μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, μια και που ο πρωταρχικός στόχος καθίσταται η ικανοποίηση του σήμερα, των άμεσων αναγκών με πλαίσιο αναφοράς το «εδώ και τώρα». Η σχέση του ατόμου με το σύνολο, του πολίτη με το κράτος έχει ένα όνομα, συνδιαλλαγή (με την αρνητική έννοια βέβαια).

Πελατειακές σχέσεις κράτους – πολίτη

Το Ελληνικό κράτος ποτέ δεν διαχωρίστηκε πλήρως από την κοινωνία, τα πολιτικά κόμματα από την κυβέρνηση αντίθετα μετά την μεταπολίτευση, οι πελατειακές σχέσεις κράτους – πολίτη ενισχύθηκαν με αποτέλεσμα να αρχίσει σταδιακά να παγιώνεται στη συνείδηση των πολιτών η «νομιμοποίηση» της επιλεκτικής συμμετοχής των «ημετέρων» στην παροχή κάθε είδους διευκολύνσεων από το κράτος. Αποτέλεσαν δε σταθερά στηρίγματα του πολιτικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα συνέβαλαν στην εδραίωση της λειτουργίας των κομμάτων.[21] Χαρακτηριστικότερη μορφή πελατειακής σχέσεις αποτελεί και η εργασιακή «αποκατάσταση» (βόλεμα στην κοινή ελληνική) στο δημόσιο.

Παραοικονομία του πολίτη

Ωστόσο η πλέον σημαντική ζημιά στην κοινωνία από την ατομικιστικής δραστηριότητα των πολιτών αποτελεί η παραοικονομία του πολίτη. Με σκοπό την μεγιστοποίηση του κέρδους οι πολίτες δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τις κανονιστικές ρυθμίσεις και μόλις ανακοινωθούν αναζητούν τρόπους παραβίασης ή παράκαμψης τους με απώτερο σκοπό την μεγιστοποίηση των απολαβών.[22].

Στο επίπεδο του νοικοκυριού οι αδήλωτες απασχολήσεις συνθέτουν την εικόνα ενός παραοικονομούντος νοικοκυριού. Οι ανεπίσημες και αφανείς μορφές εισοδήματος και απασχόλησης χαρακτηρίζονται από τον Τσουκαλά ως μία μορφή ευκαιριακής οικονομικής πειρατείας αντί να ενταχθούν στον οργανωμένο πόλεμο της αγοράς[23].

Η υπόγεια εργασία και το αντίστοιχης μορφής εισόδημα υπήρξαν στις περισσότερες των περιπτώσεων το αποτέλεσμα συνειδητών στρατηγικών των ατόμων και των οικογενειών αποβλέποντας στην μεγιστοποίηση του εισοδήματος και στην ελαχιστοποίηση της απαιτούμενης ενέργειας. Μέσω αυτής της επιλογής, δηλαδή της παραοικονομίας, οι Έλληνες εντάσσονται στον κοινωνικό ιστό γεγονός που αποτυπώνει στην συνείδηση τους ότι η οι αφανείς και οι μη – σύννομες δραστηριότητες είναι κάτι αποδεκτό («αν μπορείς να κλέψεις, κλέψε» κλπ).

Η φοροδιαφυγή, η πολλαπλή απασχόληση και η απουσία επαγγελματικής αξιοπρέπειας, ή η ελλιπής πειθαρχία και το ελλιπές ήθος στην εργασία είναι εν γένει αποδεκτές μορφές συμπεριφοράς.[24]

Η Ελλάδα έχει τα πρωτεία στον ευρωπαϊκό χώρο στο θέμα της φοροδιαφυγής αφενός διότι οι πολίτες δεν συμμορφώνονται με τους νόμους που τους επιβάλλουν οικονομικές υποχρεώσεις και αφετέρου το κράτος είναι ανίκανο να οργανώσει ελεγκτικούς μηχανισμούς με επάρκεια και αποτελεσματικότητα να κυνηγήσει την παρανομία. «Παζάρι, αλισβερίσι και συναλλαγή συμπορευόμενα λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στη μεγέθυνση της φοροδιαφυγής[25]». Οι επανειλημμένες προσπάθειες καταπολέμησης της φοροδιαφυγής δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα στο βαθμό που κανένας ελεγκτής δεν φοβάται την επιβολή πραγματικών κυρώσεων για το γεγονός ότι δεν κάνει σωστά την δουλειά του αλλά και κανένας φορολογούμενος δεν φοβάται την επιβολή κυρώσεων δεδομένης της συναλλαγής και ενδεχομένως διαπραγμάτευσης, συνεχίζοντας απτόητα τις συγκεκαλυμμένες εισοδηματοφόρες δραστηριότητες του. Η διαφθορά είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθεί αν το διοικητικό σύστημα δεν κατορθώνει να πείσει τόσο τα μέλη του όσο και τους εκτός για την ενδογενή ορθολογικότητα των σκοπών του.[26]

Συμπεράσματα

Ανακεφαλαιώνοντας μπορούμε να πούμε ότι αυτό λοιπόν που έχουμε σήμερα είναι σύμφωνα με τον Μουζέλη[27] μία κομματικοκρατική δημοκρατία όπου η απουσία της κοινωνίας των πολιτών, αφήνει ελεύθερο το έδαφος για την εισαγωγή στην πολιτική του αυταρχισμού τόσο μέσω της χειραγώγησης των μαζών τόσο εκ των άνω από τις πολιτικές ελίτ, όσο και από κάτω όπου οι πολιτικές ελίτ δεν μπορούν να αντισταθούν στις λαϊκίστικες πιέσεις στα πλαίσια της άκρατης ψηφοθηρίας. Συνέπεια όλων όσων αναφέραμε αποτελεί η καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, στην απογοήτευση που πολλοί Έλληνες αισθάνονται σε σχέση με την λειτουργία του πολιτικού συστήματος και γενικά της δημοκρατίας και την απομάκρυνση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού από κάθε ενεργή συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες.[28]

Η χώρα ωστόσο βιώνει μία κρίση και για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα απαιτούνται αλλαγές και να τεθούν κανόνες στο εσωτερικό της χώρας που θα εμποδίζουν αυτού του τύπου την έξω-οικονομική «αντικοινωνική» συμπεριφορά.[29] Το αίτημα για εκσυγχρονισμό, δηλαδή για μία πορεία εξέλιξης η οποία θα βασίζεται στην έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, θα συνεπάγεται την θέσπιση αποπροσωποποιημένων και «ορθολογικών» σχέσεων μεταξύ του πολίτη και της κοινωνίας[30] κρίνεται απαιτητό από την κοινωνία και πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα και απαρέγκλιτα. Οι αλλαγές πρέπει να είναι άμεσες διότι οι πελατειακές σχέσεις και οι μέχρι τώρα επιλογές στην κρατική διαχείριση έχουν εξαντλήσει τα όρια τους και δύσκολα μπορούν να προσφέρουν ατομικά οφέλη και συλλογικά οφέλη.

Για να υπάρξει βελτίωση πρέπει να επιβληθούν περιορισμοί και να επιτευχθεί συλλογική πειθάρχηση και ενεργοποίηση των πρωτοβουλιών με γνώμονα τον εξορθολογισμό των οικονομικών και πολιτικών συμπεριφορών, που σημαίνει ότι πολλά «κεκτημένα δικαιώματα» των πολιτών και αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη θα πρέπει οικιοθελώς να περιοριστούν προς χάριν της ανταγωνιστικότητας και της αποδοτικότητας με σκοπό την ανάπτυξη διότι απειλείται η χώρα με διεθνή απομόνωση και περιθωριοποίηση. Με άλλα λόγια πρέπει να γίνει κατανοητό στην πλειονότητα των Ελλήνων ότι θα πρέπει να γίνουν «θυσίες» για αν επιτευχθεί η επιθυμητή ανάκαμψη τ ων οικονομικών μεγεθών.

Ο Τσουκαλάς επισημαίνει παλαιότερα, αλλά πάντα διαχρονικά ότι πρέπει να διαμορφωθεί και να γίνει σεβαστό από όλους ένα σύνολο συλλογικών κανόνων έτσι ώστε να μην μετατραπεί ο εξοντωτικός ανταγωνισμός που βιώνουμε για τα αγαθά και τις υπηρεσίες σε κοινωνική αναρχία[31].

Αυτό επίσης που έχει ενδιαφέρον και πρέπει να αναφερθεί είναι η μεταβολή των πολιτικών αντιλήψεων όπου η αδιαφορία των πολιτών για την πολιτική είναι σημαντική λόγω της προφανούς απογοήτευσης από τον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων αλλά και της διαφθοράς που βρίθει στον δημόσιο χώρο και την πολιτική σφαίρα. Και αν ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γ. Ψαριανός στην ομιλία του στην Βουλή των Ελλήνων μετά τα γεγονότα της 5/5/2010 ανέφερε ότι «δεν είναι όλοι οι πολιτικοί ίδιοι», αυτό στην συνείδηση της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών δεν ισχύει. Η ανικανότητα, η αναξιοπιστία, η διαφθορά, και η αδιαφορία των πολιτικών είναι άποψη που καταγράφεται συνεχώς στις δημοσκοπήσεις (όσο αντικειμενικές και ανεξάρτητες μπορεί να είναι και αυτές) της κοινής γνώμης. Άρα δεν αλλάζουμε μόνο εμείς οι πολίτες, πρέπει να αλλάξουν πρώτα από όλα οι πολιτικοί. Οι αλλαγές γίνονται πάντα από την κορυφή και όχι από την βάση, εκτός αν γίνει επανάσταση.

Bιβλιογραφία

Αλεξάκης Μανώλης, «Καθένας για το Εαυτό του και Όλοι Εναντίων Όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα», στο Ανθολόγιο: Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας, σελ. 91-129, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2008.

Παναγιωτοπούλου Ρόη, «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός ‘Ανορθολογικού’ Πολιτικού Συστήματος» στο Ανθολόγιο: Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας, σελ. 249-263, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2008.

Τσουκαλάς Κων/νος, «‘Τζαμπατζήδες’ στη Χώρα των Θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα» στο Ανθολόγιο: Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας, σελ. 217-248, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2008.



[1] Σωτηρόπουλος, στο Αλεξάκης σελ. 116

[2] Αλεξάκης, σελ. 92

[3] Αλεξάκης, σελ. 92

[4] Αλεξάκης, σελ. 93

[5] Τσουκαλάς Κ., «‘Τζαμπατζήδες’ στη Χώρα των Θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα» στο Ανθολόγιο: Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας, σελ. 217-248, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2008, σελ. 220

[6] Τσουκαλάς, σελ. 227

[7] Αλεξάκης, σελ. 93

[8] Μουζέλης στο Αλεξάκης σελ. 96

[9] Αλεξάκης σελ.98

[10] Παναγιωτοπούλου Ρ. «Ορθολογικές Ατομοκεντρικές Πρακτικές στα Πλαίσια ενός ‘Ανορθολογικού’ Πολιτικού Συστήματος» στο Ανθολόγιο: Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαικής Κοινωνίας, σελ. 249-263, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2008. σελ. 250

[11] Μουζέλης στο Αλεξάκης σελ. 110

[12] Αλεξάκης, σελ. 94

[13] Παναγιωτοπούλου, σελ. 262

[14] Παναγιωτοπούου, σελ. 262

[15] Παναγιωτοπολου σελ. 255

[16] Αλεξάκης, σελ. 93

[17] Παναγιωτοπούλου, σελ. 251

[18] Παναγιωτοπούλου, σελ. 256

[19] Παναγιωτοπούλου, σελ. 258

[20] Τσουκαλάς, σελ. 226

[21] Παναγιωτοπούλου, σελ. 253

[22] Παναγιωτοπούλου, σελ. 261

[23] Τσουκαλάς, σελ. 237

[24] Τσουκαλάς, σελ. 237

[25] Σιωμόπουλος στο Αλεξάκης σελ. 119

[26] Τσουκαλάς, σελ. 245

[27] Μουζέλης στο Αλεξάκης σελ. 110

[28] Αλεξάκης, σελ. 94

[29]Τσουκαλάς. σελ. 220

[30] Παναγιωτοπούλου, σελ. 256

[31] Τσουκαλάς στο Αλεξάκης σελ. 117

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

A gink begins sneering his discernment teeth the senior often he bites eccentric more than he can chew.

Ανώνυμος είπε...

To be a adroit lenient being is to have a philanthropic of openness to the mankind, an cleverness to group unsure things beyond your own pilot, that can govern you to be shattered in hugely outermost circumstances as which you were not to blame. That says something uncommonly impressive relating to the get of the honest compulsion: that it is based on a corporation in the up in the air and on a willingness to be exposed; it's based on being more like a weed than like a jewel, something fairly fragile, but whose acutely precise beauty is inseparable from that fragility.

Ανώνυμος είπε...

To be a upright human being is to procure a kind of openness to the in the seventh heaven, an gift to group unsure things beyond your own control, that can govern you to be shattered in very outermost circumstances as which you were not to blame. That says something remarkably impressive relating to the condition of the righteous autobiography: that it is based on a corporation in the fitful and on a willingness to be exposed; it's based on being more like a spy than like a treasure, something somewhat feeble, but whose acutely precise attractiveness is inseparable from that fragility.

Ανώνυμος είπε...

To be a noble benign being is to have a make of openness to the far-out, an cleverness to trusteeship uncertain things beyond your own restrain, that can take you to be shattered in uncommonly exceptional circumstances as which you were not to blame. That says something uncommonly outstanding about the prerequisite of the honest life: that it is based on a trustworthiness in the unpredictable and on a willingness to be exposed; it's based on being more like a shop than like a jewel, something somewhat tenuous, but whose acutely item handsomeness is inseparable from that fragility.

Ανώνυμος είπε...

To be a upright human being is to be enduring a kind of openness to the far-out, an cleverness to group aleatory things beyond your own restrain, that can front you to be shattered in uncommonly exceptionally circumstances as which you were not to blame. That says something exceedingly weighty about the fettle of the honest life: that it is based on a trustworthiness in the uncertain and on a willingness to be exposed; it's based on being more like a weed than like a jewel, something kind of dainty, but whose very precise beauty is inseparable from that fragility.

Ανώνυμος είπε...

Work out ferments the humors, casts them into their right channels, throws substandard redundancies, and helps cosmos in those confidential distributions, without which the body cannot subsist in its vigor, nor the man role of with cheerfulness.