Σάββατο, Ιουνίου 11, 2011

Προτεσταντική Μεταρρύθμιση και αγροτικές εξεγέρσεις

Εισαγωγή

Ο 16ος αιώνας χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικά πολιτισμικά κινήματα, την ύστερη Αναγέννηση και την προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Σύμφωνα με τον Burns «είχαν και οι δυο το χαρακτήρα μίας επιστροφής στις αρχικές πηγές. Στην πρώτη περίπτωση επιστροφής στα φιλολογικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα των Ελλήνων και των Ρωμαίων και στη δεύτερη στις γραφές και στα δόγματα των πατέρων της Εκκλησίας[1]». Αποτελεί την αρχή της νεωτερικότητας καθώς οι απαρχές των σύγχονων νοοτροπιών άρχονται από την συγκεκριμένη περίοδο.

Στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας θα ασχοληθούμε με το δεύτερο κίνημα, αυτό της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης και θα παρουσιάσουμε τις θέσεις και τις ενέργειες του πρωτεργάτη της Γερμανού Μαρτίνου Λούθηρου (Martin Luther, 1483-1546), τις συνθήκες που ώθησαν στην διαμόρφωση του κινήματος, τις αιτίες που την προκάλεσαν μέσα από την μέχρι τότε ασκούμενη πολιτική της Παπικής Εκκλησίας. Στην συνέχεια θα αναφερθούμε στην εκδήλωση και καταστολή της εξέγερσης των χωρικών στην Γερμανία (1524-1525) ως συνέπεια της Προτεσταντικής Επανάστασης αλλά και στις θέσεις που εξέφρασε ο Λούθηρος απέναντι στους εξεγερθέντες.

Η Μεταρρύθμιση

Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα αποτέλεσε ένα ρεύμα θρησκευτικής αμφισβήτησης της Καθολικής Εκκλησίας ως θεσμού, της ρωμαιοκαθολικής πίστης και παράδοσης και της ηγετικής θέσης του Πάπα της Ρώμης. Στο επίκεντρο της κριτικής τέθηκαν η ιμπεριαλιστική νοοτροπία του παπικού θρόνου, η αμφισβήτηση της κατοχής και της αναπαραγωγής της γνώσης, «η θεσμική οργάνωση της δυτικής εκκλησίας, το περιεχόμενο και η μορφή του καθολικού δόγματος, η εμμονή στην ισχύ των θρησκευτικών παραδόσεων, αλλά και το γεγονός της πνευματικής ισχύς του Πάπα στο σώμα της χριστιανοσύνης»[2]. Ξεπήδησε από μία πολλαπλότητα αιτιών πολλά από τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένα με τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής[3]». Ήταν μία εξέγερση ενάντια στην κυρίαρχη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που εξελίχθηκε σε θρησκευτικό κίνημα, κατέληξε σε επανάσταση ενάντια στην εξουσία του Πάπα και τελικά διαμόρφωσε ένα νέο δόγμα. Σε θεολογικό επίπεδο η Μεταρρύθμιση αποτέλεσε δυναμική και έμπρακτη αμφισβήτηση του θεολογικού συστήματος που ανέπτυξε η μεσαιωνική σχολαστική σκέψη[4] συνιστώντας μία ανοιχτή σύγκρουση με το τότε διαμορφωμένο θεσμικό πλαίσιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας[5]. Εκείνο που ήθελαν οι μεταρρυθμιστές ήταν η επιστροφή σε ένα περισσότερο πρωτόγονο χριστιανισμό από εκείνον που επικράτησε μετά τον 13ο αιώνα,[6] έχοντας ως βάση της θεολογικής τους σκέψης την διδασκαλία του Αυγουστίνου της Ίππωνος (354-480).

Ήταν πρωτίστως ένα θρησκευτικό κίνημα αλλά με προεκτάσεις στην πολιτική, την οικονομία και την διάρθρωση της κοινωνίας. Οι πολιτικές αλλαγές με την πτώση της φεουδαρχίας και την ανάπτυξη της πρωτο-καπιταλιστικής κοινωνίας, η ανάπτυξη νέων οικονομικών συμφερόντων, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης στην Βόρεια Ευρώπη και η διαμόρφωση των απόλυτων μοναρχιών υπήρξαν παράγοντες που επέδρασαν στην εξέλιξη της μεταρθμιστικής επανάστασης.

Οι πρωταγωνιστές και τα γεγονότα: Λούθηρος και Πάπας

Ο βασικός πρωταγωνιστής της Μεταρρύθμισης, η νόηση και η ψυχή της υπήρξε ο Μαρτίνος Λούθηρος γιος εύπορου μεταλλωρύχου της τάξης των ελευθέρων χωρικών, αυγουστιανός μοναχός και καθηγητής θεολογίας στο πανεπιστήμιο της Βιρτεμβέργης (Wittenberg). Ο Λούθηρος από την αρχή της καθηγητικής του δραστηριότητας δίδασκε ενάντια στο δόγμα του καθολικισμού, υπερασπιζόμενος την άποψη ότι οι Γραφές και η Πίστη σε αυτές αποτελούν την βάση της χριστιανικής θεολογικής σκέψης. Για τον Λούθηρο «ο Θεός δεν κρίνει τον άνθρωπο ανάλογα με τις πράξεις του[7]» αλλά σύμφωνα με την πίστη.

Ο έτερος πρωταγωνιστής είναι ο Πάπας, προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πανίσχυρος ηγέτης της δυτικής Εκκλησίας. Την περίοδο της λουθηρανικής επανάστασης ηγέτης της Καθολικής Εκκλησίας είναι ο Πάπας Λέων Ι (1475-1521), υιός του ηγέτη της Φλωρεντίας Λαυρέντιου Μεδίκου. Ο Πάπας Λέων με το που ανέλαβε τον παπικό θρόνο αποφάσισε να ανακατασκευάσει τον Άγιο Πέτρο και ανέθεσε στους αναγεννησιακούς καλλιτέχνες Donato Bramante (1444-1514) αρχικά και Raphael Sanzio (1483-1520) αργότερα την υλοποίηση του μεγαλόπνοου σχεδίου. Ωστόσο για να το υλοποιήσει απαιτούνταν οι πόροι. Για να τους εξασφαλίσει αποφάσισε να προχώρησει στην έκδοση του «ομολόγου» της εποχής, του συγχωροχαρτιού[8], το οποίο αγοράζοντας το ο πιστός μπορούσε να έχει άφεση αμαρτιών «για τα κάπως δεύτερα αμαρτήματα που καταδίκαζαν τους χριστιανούς να διαβούν από το Καθαρτήριο[9]». Ο Λέων έδωσε την άδεια στον Γερμανικό αυτοκρατορικό τραπεζικό οίκο των Fougger να εκδώσει τα συγχωροχάρτια και ανατέθηκε σε «υπαλλήλους» της Εκκλησίας (τους πιστούς δομινικανούς μοναχούς) η επιχείρηση της πώλησης αυτών. Στην Γερμανία η διαδικασία ξεκίνησε από το 1514 και εκτός από τον σημαντικό σκοπό της κτίσης του Αγίου Πέτρου, ένα μέρος από την αξία του συγχωροχαρτιού θα παρέμενε στους Fugger ως αποπληρωμή των χρεών του εκπροσώπου του Πάπα στην Σαξονία της Γερμανίας αρχιεπισκόπου του Μαγεντίας Albrecht Hohenzollern[10]. Η πώληση των συγχωροχαρτιών στην Βιρτεμβέργη τον Νοέμβριο του 1517 όπου δίδασκε ο Λούθηρος προκάλεσαν την αντίδραση του η οποία αποτυπώθηκε στις γνωστές ενενήντα πέντε θέσεις του τις οποίες θυροκόλλησε στον πίνακα ανακοινώσεων του Πανεπιστημίου της Βυρτεμβέργης που ήταν η κεντρική θύρα του καθεδρικού ναού.

Οι θέσεις του Λούθηρου είχαν σκοπό να ανακινήσουν μία συζήτηση στο Πανεπιστήμιο αναφορικά με το θέμα των συγχωροχαρτιών, να διαμαρτυρηθεί για το οικονομικό τμήμα της υπόθεσης και κυρίως για την «εσφαλμένη βεβαιότητα σωτηρίας που διαφήμιζαν στους πιστούς οι ιεροκύρηκες των αφέσεων[11]» και όχι να προκαλέσει κάποια επανάσταση. Αλλά ήταν τέτοια η επίδραση που είχαν αυτές οι θέσεις που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατέκλυσαν τη επικράτεια της Γερμανίας ξεκινώντας μία νέα επανάσταση γραμμένη στα γερμανικά, μία επανάσταση ενάντια στην απληστία της παπικής αυλής. Στα επόμενα δύο χρόνια ο Λούθηρος επέκτεινε τις θέσεις του παρουσιάζοντας ένα ευρύτερο θεολογικό πλαίσιο όπου κυριαρχούσε η πλατωνική σκέψη και η προσήλωση στην αυστηρότητα της πίστης όπως αυτή προκύπτει μόνο μέσα από τα ιερά κείμενα. Αναφέρθηκε στην ατομικότητα του θρησκευτικού συναισθήματος, όπως είχε κάνει και ο Erasmus, και αμφισβήτησε τα πρωτεία του Πάπα έναντι των άλλων εκκλησιών.

Το 1520 ο Λέων Ι με την «βούλλα» του «Exsurge, Domine» καταδικάζει σαράντα μία πλάνες του Λούθηρου και τον ίδιο τον αφορίζει απαιτώντας την δίωξη του. Σε αντίδραση στην παπική εντολή συνασπίζονται γύρω από τον Λούθηρο ηγεμόνες, πανεπιστήμια εκκλησιαστικοί λειτουργοί αλλά και ο λαός λαμβάνοντας μεγάλη έκταση και ένα ιδιαίτερο εθνικό χρωματισμό.

Ο Λούθηρος απαντά με τρεις πραγματείες που θεμελίωσαν τον προτεσταντικό δόγμα. Στα κείμενα του αναφέρεται στην ελευθερία του χριστιανού να είναι κυρίαρχος της θρησκευτικής του πίστης και να ερμηνεύει από μόνος του τα θεολογικά κείμενα. Ο Λούθηρος δεν διακρίνει διαφορά ανάμεσα σε έναν ιερέα και έναν λαϊκό, αμφισβητεί την απόλυτη εξουσία και θέληση του Πάπα. Εκτός από τις παραπάνω θέσεις ο Λούθηρος εκφράστηκε και για το τελετουργικό της Εκκλησίας αναγνωρίζοντας δύο μόνο μυστήρια, την Βάπτιση και την Θεία Ευχαριστία, αφαιρώντας ωστόσο από την τελευταία το μυστηριακό χαρακτήρα της σωτηρίας μέσα από αυτήν και αναθέτοντας την σωτηρία στην θέληση του πιστού. Με την συγκεκριμένη θέση ο Λούθηρος απέρριψε την ιδέα ότι η Εκκλησία μπορεί να διαμεσολαβήσει στη σωτηρία παρεμβαίνοντας μεταξύ θεού και πιστού.

Τον Απρίλιο του 1521 ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’ Αψβούργος στην πόλη Βορμς συγκαλεί την σύσκεψη των Γερμανών ηγεμόνων (Δίαιτα) στην οποία καλείται ο Λούθηρος να απολογηθεί και να μεταπεισθεί. Ο Λούθηρος παραμένει στις θέσεις του προσφεύγοντας στην αρχή της ελευθερίας της συνείδησης η οποία εκφράζεται με την προσωπική κατανόηση των Γραφών. Ο Αυτοκράτορας αποφασίζει την καταδίκη του του και οι Γερμανοί ηγεμόνες δεν φέρνουν αντίδραση στην απόφαση αυτή παρά το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς δεν συμφωνούν και προκειμένου να γλυτώσει τον θάνατο ο Λούθηρος, ο εκλέκτορας της Σαξονίας Φρειδερίκος ο Σοφός που είχε στο μεταξύ υπογράψει την καταδίκη του τον απαγάγει και τον κρύβει στον πύργο Βάρτμπουργκ.

Στο Βάρτμπουργκ ο Λούθηρος παράγει ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής του δραστηριότητας μεταξύ των οποίων και επιστολές «που κηρύσσουν την απελευθέρωση των μοναχών από τον όρκο του μοναχικού βίου και της παρθενίας[12]». Στα κείμενα του ο Λούθηρος καταδίκαζε την πλήρη ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης και θεωρούσε ότι οι ανθρώπινες πράξεις έχουν προκαθοριστεί από το θείο θέλημα, θέτοντας στην βάση της θεολογικής σκέψης το δόγμα του προκαθορισμού όπως αυτό αποτυπώθηκε από τον Αυγουστίνο.

Το σημαντικότερο όμως έργο του από την περίοδο απομόνωσης του στο Βάρτμπουργκ αποτελεί η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στα Γερμανικά. Με αυτό το έργο η Γερμανική γλώσσα βρήκε στο πρόσωπο του Λούθηρου τον νομοθέτη της όπως ακριβώς είχε γίνει με τον Δάντη και την "Θεία Κωμωδία" για την Ιταλική Γλώσσα. Ο Λούθηρος πραγματοποίησε ένα δύσκολο έργο διότι «έπρεπε να ανακαλύψει μες το αδιαμόρφωτο υλικό της Γερμανικής λαλιάς όχι μόνο λέξεις και εκφραστικούς τύπους, αλλά και έννοιες που αντιστοιχούσαν στις λέξεις και τις έννοιες της Γραφής[13]».

Αιτίες – Η ασκούμενη πολιτική της παπικής εκκλησίας

Το κίνημα που εξαπέλυσε ο Λούθηρος ήταν μία εξέγερση εναντίων των υλικών και ηθικών παρεκτροπών της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Burns[14] αναφέρει ότι οι παρεκτροπές αφορούσαν στοιχεία όπως:

α) Η αναξιοκρατία στην ανάληψη θέσεων κληρικών από άτομα με χαμηλή μόρφωση και ανικανότητα να διεξάγουν το τελετουργικό της εκκλησίας

β) Η “εγκόσμια” ζωή μέρους των κληρικών όπου ο ανώτερος κλήρος ζούσε ζωή που προσομοίαζε σε αυτή των γαιοκτημόνων ενώ ο κατώτερος κλήρος πέραν τον καθηκόντων του είχε και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, αρκετές εκ των οποίων μη συμβατές με την ιδιότητα του ιερέα (λέσχες, ταβέρνες κλπ). Αρκετοί από τους ιερείς ακόμα και στα υψηλά κλιμάκια διέθεταν τέκνα.

γ) Τα αξιώματα της εκκλησίας αλλά και διάφορες προνομιακές απαλλαγές[15] ήταν αντικείμενο αγοραπωλησίας και ενίοτε και πλειοδοσίας τα οποία απέφεραν υψηλά έσοδα στον παπικό θρόνο. Εννοείται ότι ο κόστος αγοράς μίας καλής εκκλησιαστικής θέσης μετακυλιόταν στο ποίμνιο που πλήρωνε την υπηρεσία που του παρείχε ο αγοραστής σε τιμή ανάλογη του συγκεκριμένου κόστους.

Ωστόσο η δραστηριότητα από μέρους της παπικής έδρας “που ξεσήκωσαν την μεγαλύτερη αγανάκτηση και προκάλεσαν πίεση για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων ήταν η πώληση συγχωροχαρτιών και η καθαγίαση ιερών κειμηλίων. Ενώ στην αρχή το συγχωροχάρτι ήταν μία μορφή επιβράβευσης για έργα φιλανθρωπίας, νηστείες ή συμμετοχή στις σταυροφορίες οι Πάπες της Αναγέννησης το μετέτρεψαν σε μία κερδοφόρα επιχείρηση[16]

Αναφορικά με την καθαγίαση των ιερών κειμηλίων αποτελούσε βασικό στοιχείο της καθολικής λατρείας δεδομένης της πίστης ότι κατείχαν θαυματουργές θεραπευτικές και προστατευτικές ικανότητες Η ευπιστία των χωρικών για τα πάσης φύσεως κειμήλια οδήγησε σε πλείστες απάτες.

Αιτίες – Οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες

Μία από τις αιτίες που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Γερμανία η λουθηρανή αντίδραση έχει να κάνει και με το γεγονός ότι την συγκεκριμένη περίοδο «είχε φθάσει η ώρα για ένα γενικό ιστορικό κίνημα του γερμανικού λαού ως λίγο ή πολύ ενιαίου συνόλου[17]». Η δημιουργία μίας εθνικής συνείδησης, η εναντίωση σε ότι είναι ξένο σήμανε και την εναντίωση στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, τους θεσμούς και τις δραστηριότητες της. «Οι προτεστάντες μεταρρυθμιστές δύσκολα θα μπορούσαν να κερδίσουν οπαδούς αν δεν είχαν συνδέσει το σκοπό τους με την ισχυρή πλημμυρίδα της εθνικής αγανάκτησης εναντίον ενός εκκλησιαστικού συστήματος που είχε καταλήξει να θεωρείται ιταλικής προέλευσης σε μεγάλο βαθμό[18].

Εκτός από την διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης στην υποστήριξη του λουθηρανικού κινήματος επέδρασε η ανάπτυξη νέων οικονομικών συμφερόντων που ευνοούσαν την απόσχιση από την οικονομική αφαίμαξη που επέβαλε η παπική εκκλησία. Επιθυμία λοιπόν των ηγεμόνων της Γερμανίας ήταν να αποτινάξουν από πάνω τους τον οικονομικό και πολιτικό έλεγχο της παπικής εκκλησίας και να ρυθμίζουν οι ίδιοι τις εκκλησιαστικές υποθέσεις στις περιοχές της δικαιοδοσία τους και να καθορίζουν τα εκκλησιαστικά αξιώματα αλλά και να καρπώνονται τους εκκλησιαστικούς φόρους. Κατά συνέπεια το λουθηρανικό κίνημα τους έδωσε την δυνατότητα να επιτύχουν αυτούς τους στόχους τους.

Οι αγροτικές εξεγέρσεις

Πέρα όμως από τα παραπάνω η λουθηρανική εξέγερση είχε και μία διαφορετική εξέλιξη. Το μήνυμα του Λούθηρου προκάλεσε δύο εξεγέρσεις. Την εξέγερση των κατώτερων αριστοκρατών - ιπποτών (1522-1523) των οποίων ο ρόλος στην μετα-φεουδαρχική κοινωνία έπαψε να είναι σημαντικός και στην ρητορική του Λούθηρου βρήκαν επιχειρήματα για να διεκδικήσουν ρόλο στην μετάβαση. Η εξέγερση αυτή εύκολα καταπνίγηκε από τους γαιοκτήμονες. Ωστόσο η μεγάλη εξέγερση ήταν αυτή των χωρικών (1524-1525), την πρώτη μεγάλη εξέγερση που συνέβη στην Ευρωπαική Ήπειρο (Γερμανία, Ελβετία και Γαλλία) και την πρώτη στην μέχρι τότε ιστορία που συνδέθηκε με συνθήματα θρησκευτικά και αντιεκκλησιαστικά[19].

Το φαινομενικά απελευθερωτικό μήνυμα του Λούθηρου παρερμηνεύτηκε από τους χωρικούς, ενίσχυσε την ιδέα της αυτοδιοίκησης των αγροτικών κοινοτήτων με συνέπειες εκρηκτικές. Η συγκεκριμένη περίοδος αποτελούσε την μετάβαση από το φεουδαρχικό σύστημα στην πρωτοκαπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και η γαιοκτητική αριστοκρατία ήρε αρκετά από τα δικαιώματα που είχαν οι αγροτικές κοινότητες επιβάλλοντας σκληρή φορολογία.. Τα βασικά αιτήματα των αγροτών αποτυπώθηκαν στα «Δώδεκα άρθρα» του Μέμμιγκεν και αφορούσαν ζητήματα όπως την πλήρη κατάργηση της δουλοπαροικίας και την διαφύλαξη της παραδοσιακής αυτοτέλειας των κοινοτήτων[20].

Ο Λούθηρος είδε αρχικά θετικά τα αιτήματα των χωρικών που είχαν αγκαλιάσει το μεταρρυθμιστικό του κίνημα και διεκδικούσαν βελτίωση των όρων ζωής τους. Ωστόσο όταν είδε ότι η εξέγερση αποκτούσε εύρος και απειλούσε την υπάρχουσα τάξη προσπάθησε να συμμετάσχει ως διαιτητής μεταξύ χωρικών και γαιοκτημόνων απαντώντας στα «Δώδεκα άρθρα» των διεκδικήσεων των χωρικών, αναγνωρίζοντας το δίκαιο κάποιων αιτημάτων των χωρικών αλλά απορρίπτοντας την προσφυγή στην βία.

Οι εκκλήσεις του δεν εισακούστηκαν, οι σφαγές και οι καταστροφές από τους εξεγερθέντες συνεχίστηκαν αναγκάζοντας τον Λούθηρο στα μέσα του 1525 να πάρει με ένα κείμενο του θέση υπέρ των κοσμικών εξουσιών. Καυτηρίασε «τις φονικές ορδές των χωρικών» κάνοντας σαφές στην πραγματεία του «Περί των δύο Βασιλείων» πως η «ισοπολιτεία των πιστών» αφορούσε την ουράνια πολιτεία σύμφωνα με τον Αυγουστίνο και όχι την επίγεια και κατά συνέπεια θα έπρεπε οι πληβείοι να σέβονται την κοινωνική ιεραρχία. Η αποστασιοποίηση του Λούθηρου προκάλεσε την πτώση του ηθικού των εξεργερμένων. Οι ηγεμόνες συνασπίστηκαν και η καταστολή της εξέγερσης υπήρξε τόσο βίαιη όσο και η ίδια. Η επανάσταση κατεστάλει με αιματηρές σφαγές σε όλη την αυτοκρατορική επικράτεια[21].

Επίλογος

Οι θέσεις που ανάρτησε ο Λούθηρος προκειμένου να αντιδράσει στην πώληση των συγχωροχαρτιών από μέρους της Παπικής Εκκλησίας οδήγησε στην πετυχημένη Προτεσταντική Επανάσταση και στην Μεταρρύθμιση η οποία «κατέληξε στην απόσχιση του μεγαλύτερου μέρους της Βόρειας Ευρώπης από το ρωμαιοκαθολικό δόγμα.[22]» με τον συμβιβασμό της Αυγούστας το 1555 όπου πλέον κάθε ηγεμόνας μπορούσε να επιβάλει στην επικράτεια του το δόγμα που ήθελε Ταυτόχρονα επέδρασε στην ανάπτυξη της Καθολικής Μεταρρύθμισης ή Αντιμεταρρύθμισης που αναμόρφωσε την Καθολική Εκκλησία και που έφτασε στην ακμή της γύρω στο 1560 και που αν και δεν είναι επανάσταση με την έννοια του όρου, προκάλεσε τόσο μεγάλη μεταβολή στα χαρακτηριστικά του καθολικού δόγματος που θα μπορούσε να αποκληθεί και επανάσταση.

Τέλος οι θέσεις του Λούθηρου προκάλεσαν την εξέγερση των Γερμανών χωρικών, μια εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα, μία εξέγερση για την οποία ο Λούθηρος εκφράστηκε εναντία, θεωρώντας ότι οι κοινωνικοί επαναστάτες δεν αντιλήφθηκαν το μήνυμα των κειμένων του, που κατ’ αυτόν ήταν μόνο θεολογικά και ούχι πολιτικά. Οι ίδιοι οι εξεγερμένοι χωρικοί θεώρησαν ότι προδόθηκαν από τον θεολόγο που μίλησε για ισότητα και ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη αλλά που στο τέλος, πιστός στους άρχοντες που τον υποστήριξαν, ανέβηκε στον ίδιο άμβωνα που κύρηξε την θεολογική του επανάσταση και τους καταδίκασε.

Σύμφωνα με τον Κανελλόπουλο ο Λούθηρος δεν ήταν επαναστάτης, πάρα το γεγονός ότι προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις, δεν ήταν και αντεπαναστάτης ενάντια στους χωρικούς που πήγαν πιο πέρα τα μηνύματα του. «Ήταν και έμεινε ο άνθρωπος του μέτρου»[23] βάλλοντας αρχικά κατά της Παπικής εξουσίας διότι είχε υπερβεί κάθε μέτρο με την πώληση των συγχωροχαρτιών και ακολούθως ενάντια στους εξεγερθέντες χωρικούς που μετέτρεψαν την θεολογική του αντίθεση σε πολιτική εξέγερση. Ο Λούθηρος διαμόρφωσε ένα κίνημα το οποίο μαζί μαζί με την Αναγέννηση και τον Ουμανισμό εισήγαγε στην Ευρώπη το πνεύμα της απόλυτης ανεξαρτησίας του ανθρώπου από κάθε τυραννία ιδεών και θεματοφυλάκων οποιασδήποτε ιδέας[24].

Βιβλιογραφία

Γκότσης Γ., Βυζαντινός και Δυτικός Κόσμος, Τόμος Γ’, Μεταρρύθμιση και Αντιμεταρρύθμιση, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2001.

Γαγανάκης Κ., Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999.

Κανελλόπουλος Π., Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, τ. 5 (Από τον Λούθηρο ώς τον Μονταίνιο, Κεφάλαιο Τεσσαρακοστό δεύτερο), Εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2010.

E.M. Burns, Εισαγωγή στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της Νεότερης Ευρώπης, τ. Α΄, επιμέλεια-εισαγωγή Ι. Σ. Κολιόπουλος, Θεσσαλονίκη 1983.



[1] E.M. Burns, Εισαγωγή στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της Νεότερης Ευρώπης, τ. Α΄, επιμέλεια-εισαγωγή Ι. Σ. Κολιόπουλος, Θεσσαλονίκη 1983., σελ. 120

[2] Γκότσης Γ., Βυζαντινός και Δυτικός Κόσμος, Τόμος Γ’, Μεταρρύθμιση και Αντιμεταρρύθμιση, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2001., σελ. 17

[3] Burns, σελ. 121

[4] Με τα έργα του Αλβέρτου του Μέγα (Albertus Magnus, 1206-1280) και του Θωμά Ακινάτη (Thomas Aquinas, 1225-1274) διαμορφώνεται το σύστημα της ελεύθερης βούλησης του πιστού όπου για την επικοινωνία με το Θεό απαιτείται η διαμεσολάβηση της Εκκλησίας μέσω των μυστηρίων.

[5] Γκότσης, σελ. 71

[6] Burns σελ. 126

[7] Κανελλόπουλος Π., Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, τ. 5 (Από τον Λούθηρο ώς τον Μονταίνιο, Κεφάλαιο Τεσσαρακοστό δεύτερο), Εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2010, σελ. 38

[8] “Το συγχωροχάρτι ήταν ένα έγγραφο που πιστοποιούσε άφεση αμαρτιών και χάρισμα του συνόλου ή ενός μέρους της προσωρινής τιμωρίας στην επίγεια ζωή και το καθαρτήριο.” (Burns, σελ. 123).Το συγχωροχάρτι ως μέθοδος συλλογής χρημάτων από την παπική εκκλησία αποτελούσε μία παλαιά συνήθεια η οποία είχε χρησιμοποιηθεί και στην περίοδο των σταυροφοριών.

[9] Κανελόπουλος, σελ. 40

[10]Ο Hohenzollern είχε πάρει δάνειο από τους Fougger προκειμένου να αγοράσει από τον Πάπα τον συγκεκριμένο τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Άρα μέσω του συγχωροχαρτιού – ομολόγου του δόθηκε η ευκαιρία να αποπληρώσει το χρέος του από τον κόπο των αδαών πιστών.

[11] Κανελόπουλος, σελ. 44

[12] Κανελόπουλος, σελ. 62

[13] Κανελόπουλος, σελ. 64

[14] Burns, σελ. 122

[15] “Η προνομιακή απαλλαγή μπορεί να οριστεί ως εξαίρεση από την εφαρμογή του νόμου της Εκκλησίας ή απαλλαγή από έναν όρκο που είχε γίνει προηγούμενα”. (Burns, σελ. 123)

[16] Burns, σελ. 123

[17] Κανελόπουλος, σελ. 42

[18] Burns, σελ. 121

[19] Κανελόπουλος, σελ. 69

[20] Γαγανάκης Κ., Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 153

[21] Γαγανάκης, σελ. 153

[22] Burns, σελ. 120

[23] Κανελόπουλος, σελ. 68

[24] Κανελόπουλος, σελ. 59

Δεν υπάρχουν σχόλια: