Σάββατο, Απριλίου 06, 2013

Η σύγχρονη εποχή σύμφωνα με τους Bauman και Giddens

1. Εισαγωγή.
Η νεωτερικότητα και η ύστερη νεωτερικότητα (ή κατά άλλους μετανεωτερικότητα) αποτελούν δύο όρους στην κοινωνιολογική επιστήμη για τους οποίους καταναλώθηκε σημαντική πνευματική εργασία για τον προσδιορισμός τους. Αν θέλαμε να προσδιορίσουμε χρονικά τις δύο περιόδους θα τοποθετούσαμε την νεωτερικότητα από τον 15ο αιώνα έως και το 1945 με δομικά στοιχεία τον Διαφωτισμός, της πολιτικές επαναστάσεις, την βιομηχανική επανάσταση, την επιστημονική επανάσταση και το καπιταλιστικό σύστημα. Η ύστερη νεωτερικότητα αρχίζει από το 1945 και μετά με κύρια στοιχεία την κοινωνία της αφθονίας, την παγκοσμιοποίηση, την ανάπτυξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας, την αλλαγή των χωρικών και χρονικών συντεταγμένων, τις συναλλαγές, την κινητικότητα του κεφαλαίου. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εργασίας θα αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο ερμήνευσαν οι κοινωνιολόγοι Zygmunt Bauman (κεφάλαιο 2) και Anthony Giddens τις δύο αυτές περιόδους (κεφάλαιο 3).

2. Οι θέσεις του Bauman για την νεωτερικότητα
Ο Zygmunt Bauman (1925-), εβραϊκής καταγωγής Πολωνός κοινωνιολόγος, μέσα από την εκτεταμένη εργογραφία του μελέτησε σε βάθος ετών την νεωτερικότητα ασκώντας εκτεταμένη κριτική τόσο σε αυτήν όσο και στην μετανεωτερικότητα για την οποία θεωρεί ότι αποτελεί συμπληρωματική εκδοχή της πρώτης. Ο Bauman υπήρξε ένας κατεξοχήν μελετητής της μετανεωτερικότητας κατανοώντας την σε άμεση συνάφεια με την νεωτερικότητα και θεωρώντας ότι δεν υπάρχει ένα τείχος που να χωρίζει τις δύο περιόδους αλλά αποτελούν «δύο τροπισμούς, δύο συμπληρωματικές εκδοχές και όψεις του σύγχρονου πολιτισμού1».
Προσδιορίζοντας χρονικά την μετανεωτερικότητα με βάση τις αλλαγές που συντελούνται από το 1950 και ύστερα την προσεγγίζει χρησιμοποιώντας την έννοια της ρευστότητας (liquidity) για να δείξει «τη συνέχεια και την ασυνέχεια ως δύο όψεις της περίπλοκης σχέσης ανάμεσα στην παρούσα (μετανεωτερική) κοινωνική κατάσταση και τον κοινωνικό σχηματισμό που προηγήθηκε και την κυοφόρησε (νεωτερικότητα)2». Για τον Bauman η μετανεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από μία «διαρκή κινητικότητα και επομένως από την αποφυγή της δέσμευσης και του αυτοπεριορισμού3» μην προσφέροντας αυτό που προσέφερε η νεωτερικότητα δηλ. την εμπειρία της συσσώρευσης και της γνώσης.
Η βασική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αυτών περιόδων είναι ότι η νεωτερικότητα αντιπροσωπεύει την κοινωνία της παραγωγής και η μετανεωτερικότητα την κοινωνία της κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο της νεωτερικότητας οι άνθρωποι «ορίζονται πρωτίστως σε σχέση με την παραγωγή αγαθών, είτε ως εργαζόμενοι είτε ως προσωρινά άνεργοι4» ενώ στην μετανεωτερικότητα ιεραρχούνταν κοινωνικά με βάση την κατανάλωση αγαθών. Ο Bauman κάνει αναφορά στον υπέρ-καταναλωτισμό και την δημιουργία της κοινωνίας της αφθονίας μετά το 1950. Στην κοινωνία της αφθονίας, η κατανάλωση είναι ο αυτοσκοπός της ύπαρξης μέσα στον καπιταλισμό. Η νέα κουλτούρα εξατομίκευσης είναι ‘καταναλώνω άρα υπάρχω’. Το κύρος στηρίζεται στην κατανάλωση και όσο περισσότερο καταναλώνει ένα άτομο τόσο πιο γρήγορα ανεβαίνει αξιακά στην ιεραρχία.
Στην νεωτερική εποχή κυριαρχούσε η συλλογικότητα στην οποία οι άνθρωποι πειθαρχούσαν μέσω των παραγωγικών ρόλων τους, προσπαθούσαν όλοι μαζί προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα των αγαθών με σκοπό τόσο να επιβιώσουν αλλά και να ανελιχθούν κοινωνικά. Στην μετανεωτερική εποχή κυριαρχεί η ατομικότητα του καταναλωτισμού όπου ο εργαζόμενος αναδεικνύεται κοινωνικά μέσω της κατανάλωσης και της επίδειξης και όχι της παραγωγής και της δημιουργίας. Μετατρέπεται έτσι σε ένα συλλέκτη αισθήσεων και εμπειριών ενώ «οι μη έχοντες εργασία δεν αντιμετωπίζονται ως εφεδρικός στρατός αλλά ως κακοί καταναλωτές5».
Ένα από τα ζητήματα τα οποία θέτει στην περίοδο της μετανεωτερικότητας ο Bauman είναι το θέματα της κινητικότητας. Με βάση την δυνατότητα της μετακίνησης ο Bauman παρουσιάζει την περίπτωση του τουρίστα και του πλάνητα. Στην νεωτερική εποχή οι άνθρωποι δένονταν με τον τόπο τους και αυτοί που μετακινούνταν ήταν είτε οι προσκυνητές, είτε οι ταξιδευτές. Στην ύστερη νεωτερική εποχή η μετακίνηση «αποτελεί το κεντρικό κριτήριο διαφοροποίησης των ανθρώπων6» με τον τουρίστα που μετακινείται ελευθέρα και οικειοθελώς και τον πλάνητα που εξαναγκάζεται σε μετακίνηση για να επιβιώσει.
Ο πλάνητας πηγαίνοντας στην νέα χώρα που θα τον φιλοξενήσει δεν εντάσσεται ισότιμα αλλά βιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό αποτελώντας αυτό που ο Bauman αποκαλεί ‘σκουπίδια της μετανεωτερικότητας’. Αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της ύστερης νεωτερικότητας όπου η σύγχρονη κοινωνία «είναι μια διαστρωματωμένη κοινωνία, μία καταναλωτική κοινωνία αντιθέσεων και ανταγωνισμών και χαρακτηρίζεται από κατώτερες και ανώτερες κοινωνικές ομάδες7.» Η δυνατότητα της κινητικότητας είναι αυτή που διαφοροποιεί τον πλάνητα και τον τουρίστα όπου για τον πρώτο είναι καταναγκαστική διαδικασία επιβίωσης ενώ για τον δεύτερο αποτελεί ελευθερία να επιλέξει. Για τον Bauman «η παραγωγή ανθρωπίνων απορριμμάτων αποτελεί αναπόφευκτο αποτέλεσμα του εκσυγχρονισμού και αναπόσπαστο παρακολούθημα της νεωτερικότητας8». Θεωρεί δε ότι η ύστερη νεωτερικότητα παράγει τον κοινωνικό αποκλεισμό με τρεις τρόπους: την νεωτερική τάξη, την οικονομική ανάπτυξη και την παγκοσμιοποίηση.
Η νεωτερική τάξη αντιμετώπισε τους πλάνητες με δύο τρόπους, τον φιλελεύθερο και τον ρατσιστικό. Ο φιλελεύθερος τρόπος χρησιμοποίησε την στρατηγική της αφομοίωσης «που είχε ως στόχο να εξομοιώσει το διαφορετικό, να καταπνίξει τις πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές, να απαγορεύσει κάθε παράδοση και πίστη9» επιβάλλοντας την υποταγή στην νέα τάξη πραγμάτων. Χαρακτηριστική η εφαρμογή του στις ΗΠΑ. Ο ρατσιστικός τρόπος είχε στόχο τον αποκλεισμό προσπαθώντας «να περιορίσει τους ξένους μέσα στα ορατά τείχη των γκέτο ή να τους απαγορεύσει τη συμβίωση, την επιγαμία και της εμπορικές συναλλαγές με τους υπολοίπους10.»
Ο Bauman προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα και θίγει και το θέμα της φυσικής εξόντωσης σε περίπτωση αποτυχίας της αφομοίωσης ή της γκετοποίησης. Αυτό πραγματοποιήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις της νεωτερικής εποχής (περίπτωση των Ινδιάνων της Αμερικής) αλλά κορυφώθηκε με την γενοκτονία των Εβραίων με το Ολοκαύτωμα από τους Ναζί. Για τον Bauman το Ολοκαύτωμα δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός αλλά ένα προϊόν της νεωτερικότητας στην οποίο το νεωτερικό κράτος δεν επέτρεπε το διαφορετικό και οι Εβραίοι ως διαφορετικοί «έγιναν πρόβλημα προς επίλυση, έπρεπε να κατασκευαστούν, να ελεγχθούν, να τους διαχειριστούν.11»
Η οικονομική ανάπτυξη με τον μετασχηματισμό της κοινωνίας από παραγωγική σε καταναλωτική δημιούργησε σύμφωνα με τον Bauman υπεράριθμους εργαζόμενους που δεν χρειάζονται για να λειτουργήσει η οικονομία. Αυτή είναι μία άλλη μορφή ανθρωπίνων απορριμμάτων που ορίζονται ως πλεονάζων πληθυσμός και των οποίων η μοίρα καθορίζεται από «τις απαιτήσεις της αγοράς, τους όρους τους εμπορίου, τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, τις ανταγωνιστικές πιέσεις, την παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα.» Στην κοινωνία της παραγωγής η ανεργία ήταν δομικό στοιχείο της και αφορούσε τους εργαζόμενους που έμεναν ένα διάστημα εκτός παραγωγικής διαδικασίας. Στην κοινωνία της κατανάλωσης δεν υπάρχουν άνεργοι αλλά περιττοί, πλεονάζοντες οι οποίοι για να βρουν εργασία θα πρέπει να είναι ευέλικτοι και να θεωρούν την εργασία «ευκαιρία της στιγμής και όχι έργο ζωής12» διότι σκοπός είναι να είναι αναλώσιμοι ως καταναλωτές και όχι δημιουργικοί ως παραγωγοί.
Η παγκοσμιοποίηση μετέβαλε την έννοια της εξαγωγής των περιττών ανθρώπων. Πριν την παγκοσμιοποίηση οι πλεονάζοντες των ανεπτυγμένων περιοχών κατευθύνονταν στις υπανάπτυκτες χώρες (οι πλεονάζοντες Βρετανοί στην Αμερική και την Αυστραλία, οι πλεονάζοντες Ισπανοί στην Λατινική Αμερική κλπ) γεγονός που «αποτέλεσε το βαθύτερο νόημα του αποικισμού και της ιμπεριαλιστικής κατάκτησης.» Με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις ανεπτυγμένες κοινωνίες αντιμετωπίσθηκε ενώ παράλληλα οι Ευρωπαίοι εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο τρόπο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των υπανάπτυκτων ανά την υφήλιο χωρών.
Με την παγκοσμιοποίηση ο σύγχρονος τρόπος ζωής υιοθετείται ακόμα και από τις πιο απομακρυσμένες γωνίες του πλανήτη με αποτέλεσμα να παράγονται παντού τα ανθρώπινα απορρίμματα και δύσκολα να απορροφούνται. Οι μεταναστευτικές ροές αντιστρέφονται με συνέπεια οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες να ωθούν ανθρώπους προς τις πιο ανεπτυγμένες οι οποίες αδυνατούν να τους απορροφήσουν διότι και οι ίδιες παράγουν «ανθρώπινα απορρίμματα» με συνέπεια όπως λέει ο Bauman «η παγκόσμια νεωτερικότητα να πνιγεί μέσα στα ίδια της τα σκουπίδια, τα οποία δεν έχει την δυνατότητα ούτε να ενσωματώσει εκ νέου αλλά και ούτε να εξαφανίσει13.»

3. Οι θέσεις του Giddens για την νεωτερικότητα
Ο Anthony Giddens (1938-), Βρετανός κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας, βλέπει την νεωτερικότητα με ένα τρόπο στοχαστικό και αναστοχαστικό αναφορικά με τις κοινωνικές σχέσεις με κύριο συνδετικό στοιχείο την κοινωνίας της γνώσης. Βασικό στοιχείο στην ανάλυση του αποτελεί η θεωρία της δομοποίησης δηλ. η σχέση και η αλληλεπίδραση κοινωνικής δράσης και δομής, χωρίς όμως να δίνει προτεραιότητα στο ένα ή στο άλλο. Ο Giddens αναφέρει ότι τα άτομα (υποκείμενα) δρουν τόσο καθοριζόμενα από την κοινωνία, την δομή ως σύνολο κανόνων και πόρων, αλλά και ανεξάρτητα από αυτήν. Οι δράσεις τους είναι ικανές να αλλάξουν τις δομές «και παράλληλα η κοινωνία αναπαράγεται μέσα από και μέσω της δράσης των υποκειμένων14». Σύμφωνα με τον Giddens η σχέση ατόμων και κοινωνίας είναι αμφίδρομη αλλά όχι απόλυτα εξαρτώμενη. Έτσι «το κοινωνικό σύστημα δεν διαθέτει ιδιότητες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την δράση των υποκειμένων αλλά και η ανθρώπινη δράση δεν καθορίζεται απολύτως από την κοινωνική δομή15.»
Αναφορικά με την νεωτερικότητα ο Giddens δεν πιστεύει στην τελεολογία της ιστορίας. Θεωρεί ότι όπως «η νεωτερικότητα δεν αποτελεί μία οριστική τομή με την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων και πολλά στοιχεία των παραδοσιακών κοινωνιών ενυπάρχουν μέσα στις νεωτερικές16» έτσι και η νεωτερικότητα δεν τελειώνει για να ξεκινήσει η ύστερη νεωτερικότητα17. Αντίθετα θεωρεί ότι η νεωτερικότητα αποτελεί μια ουσιαστική ρήξη με την παράδοση στο βαθμό που είναι μία ανοιχτή διαδικασία όπου αναδύονται νέοι κοινωνικοί, πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί όπως τα ΜΜΕ, η επικοινωνία, η ενοικίαση των εργαζομένων, η κινητικότητα του κεφαλαίου. Αναφορικά με την έννοια της μετανεωτερικότητας ο Giddens προτιμά τον όρο ριζοσπαστικοποίηση της υπάρχουσας νεωτερικότητας όπου «οι παγκόσμιες ανισότητες πλούτου και ισχύος δημιουργούν τις προϋποθέσεις για νέα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα υπέρβασης της18». Η εννοιολογική προσέγγιση της ριζοσπαστικοποίησης του Giddens μοιάζει με αυτή της ρευστότητας του Bauman αν και ο Giddens θεωρεί ότι δεν είναι ουσιαστική η συζήτηση για την διαφορά νεωτερικότητας και ύστερης νεωτερικότητας. Θεωρεί ότι η νεωτερικότητα από την φύση της αμφισβητεί το δεδομένο και το παραδοσιακό διότι στηρίζεται στην παράδοση του Διαφωτισμού, ωστόσο βασικό χαρακτηριστικό της είναι «η ρήξη με τον θεμελιωτισμό και την παντοδυναμία του λόγου19» που αποτελεί μία μορφή αυτο-υπονόμευσης.
Ο Giddens επικεντρώνεται στην διάκριση μεταξύ των προνεωτερικών (παραδοσιακών) κοινωνιών και των σύγχρονων όπου η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται «από τον ραγδαίο ρυθμό ιστορικής αλλαγής σε σχέση με τις προνεωτερικές κοινωνίες20» ενώ στην ύστερη νεωτερικότητα ο ρυθμός της κοινωνικής μεταβολής επιταχύνεται λόγω του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης συρρικνώνει τον χώρο. Ο Giddens κάνει αναφορά στις ασυνέχειες και τις συνέχειες της νεωτερικότητας, όπως και ο Bauman, σε σχέση τόσο με την προνεωτερικότητα όσο και με την ύστερη νεωτερικότητα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του «υπάρχουν συνέχειες μεταξύ του παραδοσιακού και του μοντέρνου, και κανένα δεν είναι αποκομμένο από το άλλο21.» Οι δε ασυνέχειες ορίζουν την διαφορά των καταστάσεων ανάμεσα στις περιόδους δεδομένου ότι «οι τρόποι ζωής που γεννήθηκαν στην νεωτερικότητα μας απομάκρυναν από όλους τους παραδοσιακούς τύπους κοινωνικής τάξης, με εντελώς πρωτοφανή τρόπο22».
Βασική θεματική στην εργογραφία του αποτελεί ο επαναπροσδιορισμός του χώρου και του χρόνου ο οποίος χαρακτηρίζει τον δυναμισμό της νεωτερικότητας. Σύμφωνα με τον Giddens οι δύο αυτές έννοιες στις προνεωτερικές κοινωνίες ήταν στενά συνδεδεμένες ενώ στην νεωτερική κοινωνία υπάρχει «ένας διαχωρισμός χρόνου και χώρου και την επανένωση τους σύμφωνα με μορφές που επιτρέπουν τον κατά ζώνες χωροχρονικό διαχωρισμό της κοινωνικής ζωής23». Η έννοια της τοπικότητας που συνέδεε χώρο και χρόνο στην προνεωτερική κοινωνία μεταβάλλεται την νεωτερική εποχή η οποία «αποσπά προοδευτικά το χώρο από τον τόπο ευνοώντας σχέσεις μεταξύ απόντων, τόσο απομακρυσμένων τοπικά ώστε είναι αδύνατη κάθε σχέση πρόσωπο με πρόσωπο24». Στην ύστερη νεωτερικότητα με την χρήση των νέων τεχνολογιών, των διαμεσολαβημένων μορφών συμπαρουσίας κατά τον Giddens, οι δύο παραπάνω έννοιες επανα-συνδέονται σε διαφορετικό χώρο-χρονικό επίπεδο μέσω νέων μορφών κοινωνικών συσσωματώσεων (πχ. διαδικτυακά κοινωνικά δίκτυα) και νέων κοινωνικών πρακτικών (πχ απομακρυσμένη εργασία).
Ο Giddens αναφέρεται στους μηχανισμούς αποσύνδεσης του χώρου και του χρόνου τους οποίους τους χωρίζει σε δύο κατηγορίες, τους συμβολικούς δείκτες όπως το χρήμα και τα εξειδικευμένα συστήματα. Στην πρώτη κατηγορία ο Giddens κάνει αναφορά στην κυριαρχία σε παγκόσμιο επίπεδο των χρηματοπιστωτικών αγορών και των οικονομικών συναλλαγών μέσω της εικονικής και διαρκούς κυκλοφορίας του χρήματος. Στην δεύτερη κατηγορία ο Giddens περιλαμβάνει «τις επαγγελματικές ειδικότητες διαφορετικών μορφών που οργανώνουν ολοένα και πιο μεγάλες περιοχές του υλικού και κοινωνικού περιβάλλοντος25». Επιπλέον εισάγει την έννοια της εμπιστοσύνης τόσο στα συστήματα όσο και στους ειδικευμένος χειριστές αυτών, διότι όπως αναφέρει δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτά και αυτούς και αποτελούν χαρακτηριστικό της νεωτερικής έκφανσης της ζωής μας.
Ο Giddens ορίζει την κοινωνιολογία ως μία αναστοχαστική επιστήμη που σκοπό έχει να επεξηγήσει αλλά και να μεταβάλει την κοινωνία. Αναφέρει ότι «η κοινωνιολογική γνώση κινείται σπειροειδώς εντός και εκτός του σύμπαντος της κοινωνικής ζωής, αναπλάθοντας συνάμα τον εαυτό της και το κοινωνικό σύμπαν ως ακέραιο μέρος αυτής της διαδικασίας26». Για τον Giddens «ο αναστοχασμός (π.χ. η ένταση της αυτοαμφισβήτησης, μαζί με τον πολλαπλασιασμό των πηγών πληροφόρησης) επιδρά στην σκέψη και στην καθημερινή ζωή των περισσοτέρων νεωτερικών ανθρώπων27». Δεδομένου ότι η κοινωνιολογία είναι μία επιστήμη της νεωτερικότητας ο αναστοχασμός της κοινωνιολογίας είναι ο αναστοχασμός της κοινωνίας την οποία μελετά, αμφισβητεί και μεταβάλει.
Σύμφωνα με τον Giddens «στη νεωτερικότητα δημιουργούνται νέες μορφές συλλογικότητας και νέες κοινωνικές ταυτότητες πέρα από τις ήδη γνωστές28». Την νεωτερική εποχή οι άνθρωποι έχουν την δυνατότητα και πιθανόν να αναγκάζονται να επιλέξουν διαφορετικούς τρόπους ζωής και να κατασκευάσουν την ταυτότητα τους. «Οι επιλογές αυτές αφορούν όχι μόνο καριέρες και κατανάλωση αλλά και συμπεριφορές, συνήθειες και πιστεύω, γούστα, σχέσεις και life-styles29». Στην ύστερη νεωτερικότητα σύμφωνα οι άνθρωποι απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τις σταθερές κοινωνικές ταυτότητες και εκτιθέμενοι σε αβεβαιότητες και παίρνοντας τα ρίσκα καλούνται να δομήσουν τις νέες ταυτότητες μέσα από καθημερινές επιλογές. Άρα σύμφωνα με τον Giddens η ταυτότητα των ανθρώπων δεν κληρονομείται αλλά κατασκευάζεται γεγονός που αποτελεί «ένα κατεξοχήν αναστοχαστικό εγχείρημα επάνω στο οποίο εργαζόμαστε διαρκώς για ολόκληρη την ζωή μας κατασκευάζοντας και ανακατασκευάζοντας τις βιογραφικές μας αφηγήσεις (ποιοι είμαστε, που πάμε, πως φτάσαμε ως εδώ)30». Αυτό είναι εμφανές σε γεγονότα όπως το συνεχές «χτίσιμο» του βιογραφικού στο πλαίσιο της καριέρας αλλά και η συνεχής και λεπτομερής ενημέρωση των ψηφιακών ταυτοτήτων στο πλαίσιο των κοινωνικών δικτύων (Facebook, LinkedIn, κα) τα οποία «δεν αποτελούν απλώς ζήτημα προσωπικής επιλογής αλλά είναι κοινωνικά καθορισμένα31».
Για την εισροή της τεχνολογίας που όλο και διεισδύει μέσω της παγκοσμιοποίησης στην καθημερινή ζωή, ο Giddens αναφέρεται στους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν, στα ρίσκα που πιθανόν να πρέπει να αναληφθούν, στα αισθήματα αβεβαιότητας και εμπιστοσύνης στις σύγχρονες κοινωνίες.

4. Συμπεράσματα.
Στο πλαίσιο της παραπάνω εργασίας έγινε μία προσπάθεια να παρουσιαστούν συνοπτικά οι θέσεις των Bauman και Giddens αναφορικά με τις έννοιες της νωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας. Τόσο ο Bauman όσο και ο Giddens δεν αποδέχονται τον όρο μετανεωτερικότητα διότι δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στις περιόδους. Αναγνωρίζουν την διαφορετικότητα των δύο περιόδων αλλά πιστεύουν ότι υπάρχει τόσο ροές όσο και φραγμοί μεταξύ των. Ο Bauman μιλάει για συνέχειες και ασυνέχειες ανάμεσα στην πρώιμη και ύστερη νεωτερικότητα (μετανεωτεριότητα) όπως και ο Giddens, ωστόσο ο πρώτος το ορίζει με βάση την ρευστότητα ανέμεσα στις περιόδους ενώ ο δεύτερος αναφέρεται στην ριζοσπαστικοποίηση της ύστερης σε σχέση με την πρώιμη. Ο Bauman διακρίνει τις δύο περιόδους κυρίως με βάση την οικονομία και την παραγωγική διαδικασία (παραγωγοί και καταναλωτές, τουρίστες και πλάνητες) ενώ ο Giddens τις διακρίνει με βάση τον χώρο και τον χρόνο και τον επαναπροδιορισμό των δύο αυτών στοιχείων. Αναφορικά με τα υποκείμενα ο Bauman τα προσδιορίζει πάλι μέσω της οικονομίας, αναφέρεται στην καταναλωτική κοινωνία η οποία παράγει καταναλωτικά όντα αλλά και ανθρώπινα απορρίματα. Αντίθετα ο Giddens προσδιορίζει τα υποκείμενα περισσότερο κοινωνιολογικά αναφερόμενος στον επαναπροσδιορισμό των ταυτοτήτων των υποκειμένων, στην αναστοχαστικότητα της κοινωνιολογίας και σε έννοιες όπως η εμπιστοσύνη, η τεχνολογία, ο κίνδυνος, το ρίσκο. Τόσο ο Bauman όσο και ο Giddens με τις πνευματικές εργασίες τους συνέβαλαν στην ερμηνεία της σύγχρονης ύστερης νεωτερικής εποχής και στον προσδιορισμό των εννοιών που την συγκροτούν.

5. Βιβλιογραφία.
  • ΜΑΥΡΙΔΗΣ, Ηρακλής (2010), «Αναστοχαστικότητα, Διακινδύνευση, Ταυτότητα: Για την Κοινωνιολογία της Νεωτερικότητας του Άντονυ Γκίντενς», σε Σ. Κονιόρδος επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα: εκδόσεις Gutenberg.
  • ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ, Νίκος και ΠΕΡΕΖΟΥΣ, Κώστας (2010), «Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και η Διφορούμενη Νεωτερικότητα σε Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα: εκδόσεις Gutenberg. 
  • McLennan, Gregor (2003), «Το πρόταγμα του Διαφωτισμού υπό επανεξέταση, σε S. Hall, D. Held and McGrew (επιμ.) Η νεωτερικότητα σήμερα: Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός», Αθήνα: εκδόσεις Σαββάλας
  • GIDDENS, Anthony (2001), Οι Συνέπειες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, Αθήνα: εκδόσεις Κριτική.


1 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ., «Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και η Διφορούμενη Νεωτερικότητα σε Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα 2010: εκδόσεις Gutenberg, σελ. 350
2 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 351
3 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 354
4 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 351
5 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 352
6 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 356
7 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 357
8 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 359
9 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 361
10 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 362
11 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 362
12 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 364
13 Δεμερτζής Ν., Περεζούς Κ.,σελ. 366
14 Μαυρίδης Η., «Αναστοχαστικότητα, Διακινδύνευση, Ταυτότητα: Για την Κοινωνιολογία της Νεωτερικότητας του Άντονυ Γκίντενς», σε Σ. Κονιόρδος επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, 2010: εκδόσεις Gutenberg σελ. 371
15 Μαυρίδης Η., σελ. 371
16 Μαυρίδης Η., σελ. 373
17 Ο όρος μετανεωτερικότητα δεν είναι συμπαθής στον Giddens. Αναφέρει σχετικά: «Έχει προταθεί για τη μεταβατική περίοδο μία απίθανη ποικιλία ονομασιών ελάχιστες από τις οποίες αναφέρονται κατηγορηματικά στην ανάδυση ενός κοινωνικού συστήματος νέου τύπου ενώ οι περισσότερες ονομασίες υπαινίσσονται ότι κάποια προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων τελειώνει (μετανεωτερικότητα)» (Giddens, σελ.15)
18 Μαυρίδης Η., σελ. 385
19 Μαυρίδης Η., σελ. 380
20 Μαυρίδης Η., σελ. 373
21 Giddens Α, Οι Συνέπειες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας, Αθήνα: εκδόσεις Κριτική σελ. 19
22 Giddens Α, σελ. 18
23 Giddens Α, σελ. 32
24 Giddens Α, σελ. 35
25 Μαυρίδης Η., σελ. 377
26 Giddens, σελ. 31
27 McLennan, Gregor (2003), «Το πρόταγμα του Διαφωτισμού υπό επανεξέταση, σε S. Hall, D. Held and McGrew (επιμ.) Η νεωτερικότητα σήμερα: Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός», Αθήνα: εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 502
28 Μαυρίδης Η., σελ. 377
29 Μαυρίδης Η., σελ. 387
30 Μαυρίδης Η., σελ. 388
31 Μαυρίδης Η., σελ. 388

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

These are just to play with the Disney labels princesses! Hey, I've seensome of the idiots that go into brochure and magazine decalsing. http://pixocool.com Nevertheless, here are some animal decals scissors just for you. Be confident that your decals newsletter will be noticed. The best thing about finding new zebra print salad plates and place them is your print books.
custom stickers labelsed brochures effectively introduce the product and lets us choose the right bumper labels printing company is required.