Τετάρτη, Ιουνίου 27, 2007

Tο ζήτημα της επιστημονικής προόδου στη φιλοσοφία της επιστήμης τον 20ο αιώνα

Η σύγχρονη επιστημολογία οριοθετήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα με την διαμόρφωση της «σχολής του λογικού εμπειρισμού» με επίκεντρο τον φιλοσοφικό κύκλο της Βιέννης στον οποίο μετείχαν σημαντικοί φιλόσοφοι της επιστημολογίας και της λογικής θεωρίας.
Βασική παραδοχή του λογικού θετικισμού αποτελεί η άποψη «ότι η εκ τον προτέρων συνθετική γνώση είναι αδύνατη».
Ταυτόχρονα ο λογικός θετικισμός εκφέρει και μία πολιτική διάσταση στον λόγο του δεδομένου ότι αντιπαρατίθεται στις επικρατούσες στον μεσοπόλεμο ολοκληρωτικές ιδεολογίες προσεγγίζοντας τις ουμανιστικές αρχές του Διαφωτισμού. Για τους φιλοσόφους του κύκλου της Βιέννης η ιδεολογία που φέρουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι το κοσμικό υποκατάστατο της θεολογίας διότι στηρίζεται σε εκφράσεις των οποίων «η λογική αξία είναι μηδενική επειδή δεν προτείνουν τον τρόπο με τον οποίο τα λεγόμενα τους θα μπορούσαν να ελέγχουν πειραματικά»
[1].
Ο λογικός θετικισμός είναι μία εμπειρική θεωρία με την διαφορά ότι η προβληματική του δεν αφορά την αλήθεια όπως ο εμπειρισμός αλλά το νόημα: «Το βασικό επιχείρημα (του λογικού θετικισμού) είναι ότι πριν γίνει δυνατόν να αποδειχθεί (πειραματικά) εάν μία θεωρία είναι αληθής ή ψευδής, πρέπει καταρχήν οι ισχυρισμοί της να έχουν νόημα»
[2].
Μία από τις βασικές αρχές που πρεσβεύει ο λογικός θετικισμός είναι η «αρχή της επαληθευσιμότητας». Σύμφωνα με αυτή την αρχή βασική και λογική προϋπόθεση για να έχει μία πρόταση ή θεωρία νόημα είναι να μπορεί να υποδεικνύει το εμπειρικό συστατικό που είναι δυνατόν να την επαληθεύσει η να την διαψεύσει.
Η αλήθεια δεν είναι ο στόχος. Η πρόταση «η σελήνη είναι φτιαγμένη από πράσινο τυρί» έχει νόημα και ενδιαφέρει τον λογικό θετικιστή φιλόσοφο να την διερευνήσει διότι γνωρίζει τι πρέπει να κάνει για να αποδείξει αν αληθεύει άσχετα αν αποδεικνύεται ψευδής. Ακολούθως σχεδιάζεται το πείραμα που είναι δυνατόν να την επαληθεύσει ή να την διαψεύσει.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του λογικού θετικισμού είναι η προσέγγιση για την μεθοδολογική ενότητα της επιστήμης. Κατά τους λογικούς θετικιστές οι ανθρωπιστικές επιστήμες διαφέρουν από τις φυσικές επιστήμες μόνο ως προς το αντικείμενο τους και όχι ως προς την μέθοδο. Ως εκ τούτου ο πειραματικός έλεγχος υποθέσεων και θεωριών είναι το μοναδικό κριτήριο αλήθειας και οι κοινωνικές επιστήμες για να χαρακτηρισθούν ως επιστήμες οφείλουν να επιτύχουν αυτές τις συναινέσεις γύρω από τις αντικειμενικές αλήθειες.
Μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο η επικρατούσα επιστημολογική προσέγγιση του λογικού θετικισμού εισέρχεται σε φάση έντονης αμφισβήτησης και κρίσης συχστιζόμενης με τις εξελίξεις και τους μετασχηματισμούς που προκαλούν στις γενικές παραδοχές της κλασσικής φυσικής α) η κβαντομηχανική β) η θεωρία της σχετικότητας και γ) η αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg.
Τα αδύνατα σημεία του λογικού θετικισμού είναι:
α) η αδυναμία του επαγωγισμού να θεμελιώσει την ορθολογικότητα των καθολικών νόμων με χαρακτηριστικό παράδειγμα το γεγονός ότι για τον θεμελιακό φυσικό νόμο της βαρύτητας το σώμα των εμπειρικών στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να τον στηρίξουν είναι περιορισμένο.
β) Η ερμηνεία που δίνεται από τους φιλόσοφους του λογικού θετικισμού για την επιστημονική πρόοδο αφορά την μετάβαση από λιγότερο σε περισσότερο αληθείς θεωρίες και στηρίζεται σε μία αντιστοιχία εμπειρικού και θεωρητικού περιεχομένου ανάμεσα στις λιγότερο και περισσότερο αληθείς.


Η «διαψευσιμότητα» του Popper.

Ο κυριότερος επικριτής του θετικισμού υπήρξε ο Karl Popper (1902-1994). Η επιστημολογική προσέγγιση του Popper απορρέει από την άρνηση του να αποδεχθεί την εγκυρότητα και την βεβαιότητα της ανθρώπινης γνώσης στηρίζοντας την σε ακλόνητα θεμέλια. Με τα έργα του Λογική της Επιστημονικής Ανακάλυψης (1959) και Εικασίες και Ανασκευές (1963) ο Popper εναντιώνεται στον θεμελιακό χαρακτήρα της γνώσης όπως αυτός οριοθετείται από τους εμπειριστές (Locke, Berkeley και Hume) με βάση την ανθρώπινη εμπειρία και τους ορθολογιστές (Καρτέσιος) με βάση τον ανθρώπινο λόγο.Αναπτύσσοντας μία αντί-θεμελιακή επιστημολογία ο Popper προτείνει την εγκατάλειψη της επαγωγής διότι σύμφωνα με την σκεπτική του, η διαδικασία της εμπειρικής επαλήθευσης δεν είναι ικανή από μόνη της να φέρει την συναίνεση σχετικά με το κύρος των γενικών προτάσεων, διότι εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις διαθέσεις και τις προτιμήσεις του ερευνητή. Επιπροσθέτως κατά τον Popper αν στην σκεπτική του επιστήμονα υπεισέρχονται έξω-επιστημονικοί παράγοντες (πχ θρησκευτικοί ή πολιτικοί) που επηρεάζουν την εμπειρική επαλήθευση μίας θεωρίας τότε κατά τον Popper η θεωρία αυτή θα επαληθευθεί διότι ο λογικός θετικισμός αδυνατεί να χαράξει τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική θεωρία και την μεταφυσική και θεολογία. Τέλος στηριζόμενος στο παράδειγμα "του σκύλου που γαβγίζει όταν δει μία γάτα" ο Popper κατακρίνει ως άτοπη την κατάφαση ή συνεπαγωγή ενός υποθετικού λόγου διότι το ίδιο αποτέλεσμα (δηλ να γαβγίσει ο σκύλος) μπορεί να προέλθει από διαφορετικές αιτίες από αυτή που θεωρούμε δεδομένη.Ο Popper προτείνει την εγκατάλειψη της εμπειρικής επαγωγής ως μέθοδο διακρίβωσης της αλήθειας και σε αντίθεση με τους λογικούς θετικιστές που προτιμούσαν την επαλήθευση για να διακρίνουν την επιστήμη από την μη επιστήμη (Carnap) και προτείνει την θεωρία της διαψευσιμότητας δηλαδή μία επιστημονική διαδικασία οργανωμένη κατά τρόπο που να διευκολύνει τη διάψευση των θεωριών μας.
Ο Popper θεωρεί ότι αρχικά τίθενται κάποιες εικασίες, δηλαδή, υποθετικά συμπεράσματα, τα οποία στη συνέχεια οι επιστήμονες υποβάλλουν σε εμπειρικές δοκιμασίες προσπαθώντας να τα ανασκευάσουν κρατώντας απέναντί τους μια κριτική στάση και πειραματιζόμενοι με εναλλακτικές υποθέσεις. Στην θέση λοιπόν της επαγωγικής λογικής (τη συναγωγή από το ειδικό στο γενικό), ο Popper βάζει την παραγωγική λογική (τη συναγωγή από το γενικό στο ειδικό) μέσω της διάψευσης (ανασκευής) μιας υπόθεσης (εικασίας).
Ο Popper παρατήρησε όμως ότι διαμέσου της επιστημονικής εξέλιξης από την διατύπωση των πρώτων θεωριών του 17ου αιώνα υπάρχει μία ασυμμετρία ανάμεσα στις νεότερες και παλαιότερες θεωρίες.
Επιστημονική πρόοδος κατά τον Popper σημαίνει την εισαγωγή καινοφανών εννοιών και κατηγοριών που δεν αποτελούν επακόλουθα των παλαιότερων θωριών δεδομένου ότι αποτελεί μία νέα σύλληψη των πραγμάτων μη αναγνωρίσιμη από την οπτική γωνία που είχαν οι παλαιότερες θεωρίες.
Ο Popper ισχυρίζεται ότι η πρόοδος της επιστήμης είναι μία πορεία από ψεύδος σε λιγότερο ψεύδος (θεωρία της διαψευσιμότητας). Η επιστήμη προάγεται αν ο επιστήμονας μαζέψει γεγονότα και δεδομένα για να διαψεύσει τις υπάρχουσες θεωρίες και όχι για να κατασκευάσει καινούριες, τονίζοντας ότι η πρόοδος στηρίζεται σε γνώση που προκύπτει από προβλήματα και όχι από παρατηρήσεις και συλλογές δεδομένων. Για τον Popper η μέθοδος για την επιστημονική εργασία δομείται με τις ακόλουθες φάσεις: α)τίθεται το πρόβλημα, β)προτείνονται δοκιμαστικές λύσεις, γ) πραγματοποιείται απαλοιφή των λαθών και δ) αναδεικνύεται μία νέα θεωρία δια της διάψευσης της παλαιάς η οποία αναμένει να διαψευσθεί.

Το «παράδειγμα» του Kuhn.

Ο Thomas Kuhn (1992-1996) με το έργο του η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων (1962) ανέδειξε με έμφαση την σπουδαιότητα της ανάλυσης της δομής των επιστημονικών επαναστάσεων και αφετέρου των επαναστατικών τρόπων της αλλαγής και διαδοχής των.
Σύμφωνα με τον Kuhn η επιστήμη είναι πλέγμα κοινωνικών θεσμών, εξαρτημένη από τον κοινωνικό περίγυρο όπου σε κάθε εποχή κυριαρχεί μια ιδιαίτερη κοσμοαντίληψη, το παράδειγμα, δηλαδή μια γενικότερη επιστημονική θεωρία.
Σύμφωνα με τον Kuhn οι επιστημονικές γνώσεις κάθε περιόδου αποτελούν ένα αυτόνομο σύστημα με την δική του αξία και λειτουργικότητα και το οποίο δεν μπορεί να γίνει κατανοητό με τα επιστημονική κριτήρια μία άλλης περιόδου. Η διάθρωση το συστήματος επιστημονικής γνώσης βασίζεται στην έννοια του παραδείγματος «γύρω από τα οποία συγκροτείται κάθε φορά η επιστημονική κοινότητα
[3]» ως μία κλειστή κοινότητα επιστημόνων που ασπάζονται το ίδιο παράδειγμα. Με τον όρο παράδειγμα ο Kuhn ορίζει το σύνολο των πεποιθήσεων, αξιών, και τεχνικών που ασπάζονται και υιοθετούν τα μέλη μίας επιστημονικής κοινότητας κατέχοντας μία διάσταση ευρύτερη της επιστημονικής θεωρίας περιλαμβάνοντας νόμους, θεωρίες, εφαρμογές, πειράματα ενταγμένα/ους/ες σε ένα συσχετιζόμενο σύνολο δεσμεύσεων μεθοδολογικών, θεωρητικών και πειραματικών.
Σύμφωνα με τον Kuhn η επιστημονική πρόοδος είναι μία ασυνεχής διαδικασία που πραγματοποιείται με τις επιστημονικές επαναστάσεις. Κατά τον Kuhn στόχος είναι η συνεχής επαλήθευση του παραδείγματος (ερχόμενος σε αντίθεση με την θεωρεία της διαψευσιμότητας του Popper). Αν δεν μπορεί πλέον να επαληθευθεί τότε επέρχεται η επιστημονική αλλαγή. Όταν διαπιστωθούν ανωμαλίες στην λειτουργία των παραδειγμάτων (όπως η εμφάνιση μίας κρίσιμης μάζας αρνητικών πειραμάτων), η σύνδεση μίας συγκεκριμένης επιστημονικής κοινότητας με ένα παράδειγμα (κανονική επιστήμη σύμφωνα με τον Kuhn) εντάσσεται σε μία περίοδο κρίσης (καλείται πλέον ιδιόρρυθμη επιστήμη από τον Kuhn). Ομάδες ερευνητών αρχίζουν να δουλεύουν στην διατύπωση ενός εναλλακτικόυ παραδείγματος. Πλέον παλεύουν οι νέες επιστημονικές τάσεις με τις παγιωμένες (Paradigm war) ενταγμένες σε ένα παιχνίδι εξουσίας όπου και επέρχεται η αλλαγή μέσω της επανάστασης όπου επιβάλλεται η νέα τάση αποτελώντας πλέον το νέο παράδειγμα.
Ο Kuhn εισήγαγε μια ιστοριστική οπτική, με την οποία η εξέλιξη της θεωρίας είναι μια διαδοχή «παραδειγμάτων» γενικών δηλαδή κοσμοειδώλων που αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό του πολιτισμικού σχηματισμού στον οποίο ανήκει η επιστημονική διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο ο Kuhn θεωρεί ότι η επιστήμη ως μία κατεξοχήν ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι δυνατόν να είναι ξεκομμένη από το κοινωνικό περιβάλλον και ως εκ τούτου θεωρεί ότι η επιστημονική εξέλιξη επηρεάζεται από νοοτροπίες και πεποιθήσεις, από πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες

Η έννοια του ερευνητικού προγράμματος κατά τον Lakatos
Ο Ούγγρος φιλόσοφος και επιστημολόγος Imre Lakatos(1922-1974) συμφωνεί με τον Kuhn στο ζήτημα της ιστορικής διάστασης της επιστήμης αλλά στην θέση της φυσικής εξέλιξης ως μέσου προόδου της επιστήμης τοποθετούν την ορθολογική πρόοδο αλλά διαφωνεί με αυτόν στην έννοια των παραδειγμάτων.
Στηριζόμενος στην μεθοδολογία της διαψευσιμότητας του Kuhn ο Lakatos εισάγει την έννοια του ερευνητικού προγράμματος με σαφείς και προσδιορισμένους όρους ως μία σειρά ή μία διαδοχή θεωριών συνενωμένες ώστε να εξασφαλίζουν μία χαρακτηριστική συνέχεια. Με αυτόν τον τρόπο ο Lakatos θεώρησε ότι τα προβλήματα που ανακύπτουν στην επιστημολογία μπορούν να επιλυθούν.
Για τον Lakatos ένα ερευνητικό πρόγραμμα είναι προοδευτικό όταν χρησιμοποιεί με επιτυχία «την θετική ευρετική μέθοδο
[4]» και να κάνει προβλέψεις νέων φαινομένων.
Η επιστημονική πρόοδος για τον Lakatos πραγματοποιείται με τον συναγωνισμό των ερευνητικών προγραμμάτων όπου πραγματοποιείται διαδοχή του παλαιότερου και επικρατώντας προγράμματος με ένα νεώτερο και πιο προοδευτικό.

Ο αναρχικός Feyerabend
Ο Αυστριακός φιλόσοφος Paul Feyerabend (1924-1994) προσπάθησε να θέσει τον ρεαλισμό ως το αναγκαίο υπόβαθρο της επιστημονικής διαδικασίας χαρακτηρίζοντας την ως μία ανθρώπινη δραστηριότητα σαν όλες τις άλλες χωρίς να διαθέτει το κύρος που της αποδίδει η κοινωνία. Για τον Feyerabend «η επιστήμη δεν έχει καμία εγγενή αξία και δεν είναι φορέας διανοητικών και αξιολογικών προτύπων[5]», ενώ η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος εξαργυρώνεται με την συμμετοχή των επιστημόνων στο σύστημα εξουσίας. Ο Feyerabend δεν κρίνει πάντα αρνητικά την πολιτική εμπλοκή στην πρόοδο της επιστήμης αναφερόμενος στις ευνοϊκές κοινωνικές και πολιτισμικές πρωτοπορίες που οδήγησαν την νευτώνια μηχανική στην επικράτηση της ενάντια στην πτολεμαική κοσμολογία. Εκεί που αντιδρά είναι στην ανάγκη διαχωρισμού της επιστήμης από το κράτος, στην διαμόρφωση μίας ελεύθερης κοινωνίας όπου καμία επιστημονική μέθοδος δεν θα είναι υποχρεωτική και όπου τα πάντα θα επιτρέπονται.
Βιβλιογραφία
Βαλλιάνος Περικλής, Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη – Τόμος Β’ Η Επιστημονική Επανάσταση και η Φιλοσοφική Θεωρία της Επιστήμης. Ακμή και Υπέρβαση του Θετικισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια: