Τετάρτη, Απριλίου 29, 2009

Επιδράσεις του Εξπρεσιονισμού στην Ζωγραφική, Μουσική, Αρχιτεκτονική

Εισαγωγή
Η περίοδος του μεσοπολέμου αποτέλεσε μία από τις πλέον γόνιμες περιόδους στην εικαστική δραστηριότητα. Δραστηριοποιούμενα κυρίως στην ζωγραφική τα κινήματα του ιμπρεσιονισμού, του κυβισμού, του σουρεαλισμού, του φουτουρισμού, του εξπρεσιονισμού επέδρασαν σε χωρικό και χρονικό επίπεδο. Χωρικά με την επίδραση που είχαν σε άλλους χώρους των τεχνών όπως η αρχιτεκτονική και η μουσική αλλά και χρονικά διότι μεταπολεμικά οδήγησαν σε νέα κινήματα.
Στο χώρο της ζωγραφικής τα κινήματα του μεσοπολέμου οδήγησαν μέσα από ένα σύνολο κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων στην ανάπτυξη νέων κινημάτων αυτή τη φορά στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, της ΗΠΑ, με πιο σημαντικό από αυτά το κίνημα του «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» που αποτελεί και τμήμα της μελέτης μας.
Στην μουσική, η διασύνδεση του γερμανικού εξπρεσιονισμού με την μουσική είναι εμφανής από το έργο της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης, της οποίας η πρωτοτυπία υπήρξε μοναδική δεδομένου ότι μετέβαλε το τονικό κέντρο δίνοντας μία διαφορετική εκφραστικότητα και εισάγοντας την έννοια του ηχοχρώματος στη σύνθεση.
Στην αρχιτεκτονική η εμπλοκή των εξπρεσιονιστών ζωγράφων Paul Klee (1879-1940) και Wassily Kandinsky (1866-1944) υπήρξε σημαντική και βοήθησε στο πρωτοποριακό έργο της αρχιτεκτονικής σχολή του Bauhaus (1919-1932) το οποίο οριοθέτησε την μοντέρνα αρχιτεκτονική. Οι σημαντικοί αρχιτέκτονες, δάσκαλοι της μοντέρνα αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου, έδρασαν σημαντικά και μεταπολεμικά όπου λόγω της καταστροφής της Ευρωπαϊκής Ηπείρου από τον πόλεμο, βρήκαν ευκαιρία να υλοποιήσουν τις αρχές τους.
Στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία παράθεση των προαναφερθέντων εικαστικών δραστηριοτήτων αλλά και των επιδράσεων που είχαν τόσο στην εξέλιξη των τεχνών.

Πολιτικό-οικονομικές συνθήκες ανάπτυξης του αφηρημένου εξπρεσιονισμού
Η μεταπολεμική Ευρώπη έβγαινε ηττημένη στο σύνολο της από την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με επιδράσεις αρνητικές και στις Τέχνες. Πέρα από το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της ανοικοδόμησης, η Ευρώπη πλήρωνε και το τίμημα της φυγής προς την πλούσια Αμερική, επιστημόνων και καλλιτεχνών, χάνοντας την πρωτοκαθεδρία σε τέχνες και επιστήμη. Οι ΗΠΑ κερδισμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία που τους παρουσιάστηκε προκειμένου να γίνουν το νέο παγκόσμιο κέντρο των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 οι ΗΠΑ δεν είχαν να παρουσιάσουν αυτονομία ή πρωτοτυπία στην εικαστική δραστηριότητα. Οι επιρροές που έφταναν από τα ευρωπαϊκά κέντρα δεν επιδρούσαν στην δημιουργικότητα των Αμερικανών ζωγράφων των οποίων η εικαστική δραστηριότητα ήταν ισχνή.
Ωστόσο μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η αμερικάνική οικονομία αναδύθηκε ισχυρή και είχε την οικονομική δυνατότητα να θέλξει τους ευρωπαίους καλλιτέχνες προσφέροντας τις ευνοϊκές συνθήκες να δημιουργήσουν και αυτό έγινε εφικτό κυρίως λόγω δυο καθοριστικών παραγόντων.
Ο πρώτος παράγοντας ήταν η ίδρυση του μουσείου Solomon P. Guggenheim, το 1937 στην Νέα Υόρκη, «το οποίο βοήθησε στην ανάπτυξη και στην διάδοση των νέων καλλιτεχνικών τάσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες ». Με την δυναμική – οικονομική κυρίως - του συγκεκριμένου μουσείου άρχισαν να οργανώνονται εκθέσεις με αναφορά στα εικαστικά ρεύματα της εποχής («Κυβισμός και Αφηρημένη Τέχνη», «Φανταστική Τέχνη, Ντανταϊσμός και Σουρεαλισμός»), αλλά και να φιλοξενούνται αναδρομικές εκθέσεις φτασμένων ζωγράφων της εποχής όπως του Pablo Picasso (1881-1973).
Ο δεύτερος παράγοντας υπήρξε η φυγή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 πολλών καλλιτεχνών, επιστημόνων, λογιών από τις χώρες της Ευρώπης στις οποίες επικράτησαν ολοκληρωτικά καθεστώτα προς τις ΗΠΑ. Η φυγή αυξήθηκε πολύ περισσότερο με την επικράτηση στην Ευρώπη της ναζιστικής κατάκτησης. Οι ΗΠΑ έγιναν ο δημοκρατικός θεματοφύλακας της γνώσης και της κουλτούρας αλλά και της πρωτοπορίας, η οποία εκεί δεν βρήκε αντίσταση αφού συμβάδιζε με την τεχνολογική πρόοδο, απέναντι στα ολοκληρωτικά καθεστώτα (ναζιστικά, φασιστικά, κομμουνιστικά) τα οποία θεωρούσαν «εκφυλιστική» κάθε νέα μορφή τέχνης που δεν συμφωνούσε με την πολιτική ιδεολογία που επέβαλαν.
Οι ναζιστές κυνήγησαν τους εξπρεσιονιστές ζωγράφους, τους αρχιτέκτονες του Bauhaus, τους μουσικούς της 2ης Βιενέζικης σχολής. Ο Kandinsky κατέφυγε στην Γαλλία, ενώ ο ιδρυτής του Bauhaus Walter Gropius (1883-1969) στην Αμερική. Όσοι δε παρέμειναν στις χώρες όπου επικράτησαν τα απολυταρχικά καθεστώτα φιμώθηκαν καλλιτεχνικά όπως ο Ρώσος ζωγράφος Kazimir Malevich (1879-1935) ή ο Αυστριακός μουσικός Alban Berg (1885-1935) κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι της «εκφυλισμένης τέχνης», δηλ. του εξπρεσιονισμού.
Πέρα από τους ναζιστές αντίστοιχη συμπεριφορά επέδειξαν και οι Σοβιετικοί παρά την ελπιδοφόρα για τις τέχνες αρχική στάση τους. Με την επικράτηση του Stalin η τέχνη έχανε την ανεξαρτησία της και έμπαινε ως προπαγανδιστικό όργανο στην υπηρεσία του καθεστώτος. Διακηρυσσόταν ως στρατευμένη Τέχνη ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός, οι σοβιετικοί εξόντωσαν ή εκδίωξαν λογοτέχνες (Mayakovski), μουσικούς (Stravinsky), ζωγράφους (Malevich) που δεν απηχούσαν τις πολιτικές ντιρεκτίβες, πνίγοντας το κίνημα της ρωσικής πρωτοπορίας που τόσα είχε δώσει και πόσα ακόμα να δώσει στην παγκόσμια πολιτισμική δραστηριότητα. Στην Νέα Υόρκη βρήκαν λοιπόν καταφύγιο κυβιστές, εξπρεσιονιστές, σουρεαλιστές καλλιτέχνες μετακινώντας το πολιτιστικό βάρος από την Ευρώπη στην Νέα Υόρκη.
Έτσι η αφαίρεση , μία πρωτοπορία που δεν είχε ακόμα εκτιμηθεί στην Ευρώπη παρά από λίγους, υιοθετήθηκε απρόσκοπτα στην Αμερική, αφού οι ανεικονικές τάσεις δεν έχουν εθνικά περιεχόμενα και χαρακτηριστικά, κάτι που εκτιμούσαν οι Αμερικάνοι και ως εκ τούτου επιβλήθηκε ως μορφή τέχνης ενώ ταυτόχρονα έγινε και ο αντίθετος πόλος στον Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό των Σοβιετικών.

Ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και οι σχέσεις του με τα Ευρωπαϊκά κινήματα
Η αφαίρεση στην Αμερική εκφράστηκε με τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό με κέντρο την Νέα Υόρκη στις δεκαετίες 1950 και 1960 και είναι γνωστή επίσης και σαν «Σχολή της Νέας Υόρκης». Ήταν ίσως το πρώτο σημαντικό κίνημα στην τέχνη που γεννήθηκε στην Αμερική, δηλώνοντας παράλληλα την ανεξαρτησία του από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά ρεύματα στη μοντέρνα τέχνη.
Ο όρος «αφηρημένος εξπρεσιονισμός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1919, για να περιγραφούν τα έργα του Kandinsky «Πρώτη Αφηρημένη υδατογραφία» (1910) και «Απλό» (1916). Ο Ρώσος ζωγράφος υπήρξε από τους πρωτοπόρους της Ευρωπαϊκής Αφαίρεσης και ο βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού εξπρεσιονισμού δημιουργός της μίας από τις δύο σημαντικότερες εξπρεσιονιστικές ομάδες στην Γερμανία, του «Γαλάζιου Καβαλάρη» (Der Blaue Reiter – η άλλη είναι «η Γέφυρα» - Die Bruke).
Στην Αμερική ο Kandinsky υπήρξε πρότυπο για τους καλλιτέχνες αυτούς η οποίοι ανέπτυξαν αυτήν την ιδιαίτερη τεχνοτροπία. Προσδιορίζοντας τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό μπορούμε να πούμε ότι εμπεριέχει τα κύρια τεχνικά και αισθητικά χαρακτηριστικά του κινήματος του εξπρεσιονισμού. Συνδύαζε σε μεγάλο βαθμό τον γερμανικό εξπρεσιονισμό με τις καθαρά αφηρημένες τάσεις άλλων σύγχρονων κινημάτων όπως του φουτουρισμού ή του κυβισμού. Ωστόσο διαφοροποιείται σε αρκετά σημεία από τον εξπρεσιονισμό κυρίως λόγο της αυθόρμητης, αυτόματης ή και υποσυνείδητης έκφρασης που διαχέεται από τα έργα των αφηρημένων εξπρεσιονιστών προσεγγίζοντας περισσότερο τον υπερρεαλισμό. Κοινό στοιχείο με τους εξπρεσιονιστές του μεσοπολέμου αποτελεί η αφηρημένη έκφραση, ενώ διαφέρουν στο μέγεθος των έργων όπου οι Αμερικανοί εξπρεσιονιστές προτιμούν την μεγάλη κλίμακα.
Ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός δεν ομαδοποιεί την εργασία των καλλιτεχνών που δραστηριοποιούνται την περίοδο αναφοράς, διότι πρόκειται συχνά για καλλιτέχνες αντιδιαμετρικά αντίθετων τεχνοτροπιών και μάλλον τους καλύπτει εν ήδη «ομπρέλας» από το γεγονός ότι δραστηριοποιήθηκαν την ίδια περίοδο στην Νέα Υόρκη και είχαν παρεμφερείς επιδράσεις από τα κινήματα του μεσοπολέμου. Χαρακτηριστικά, παρά το γεγονός ότι ο Jackson Pollock (1912–1956), ο Willem de Kooning (1904–1997) και ο Mark Rothko (1903-1970) θεωρούνται οι πιο σημαντικές προσωπικότητες του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, τα έργα τους δεν σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους σε ότι αφορά την τεχνική ή ακόμα και την αισθητική τους. Ενώ οι πίνακες του Rothko διακρίνονται για την απλότητα τους, τα έργα του de Kooning χαρακτηρίζονται από έντονη δράση και εκφραστικότητα δεδομένου ότι ο De Kooning, δεν αποδέχτηκε εντελώς τις αρχές της καθαρότητας και της απόλυτης αφαίρεσης και δεν έπαψε ποτέ να υποδηλώνει με διάφορα σχήματα στο έργο του ανθρώπινες ή άλλες μορφές. Από την άλλη πλευρά, ο Pollock ανέπτυξε μια πολύ ιδιαίτερη τεχνική στη ζωγραφική (μέθοδος dripping), κατά την οποία έσταζε με σχεδόν τυχαίο τρόπο τη μπογιά πάνω στον καμβά, τον οποίο τοποθετούσε στο έδαφος, τεχνική που διαμόρφωσε μία τάση και αποκλήθηκε Δυναμική Ζωγραφική σε αντιδιαστολή με την τάση που εκπροσωπεί ο Rothko και καλείται Χρωματική Αφαίρεση. Οι εκπρόσωποι του αφηρημένου εξπρεσιονισμού είχαν ασφαλώς και κοινά γνωρίσματα, όπως τον αυτοσχεδιασμό και την χρήση μιας ελεύθερης φόρμας.

Η μεταπολεμική αρχιτεκτονική
Στην περίοδο του μεσοπολέμου η μοντέρνα αρχιτεκτονική είχε πλέον παγιωθεί και στην θεωρία αλλά και στην πράξη μέσω τις κατασκευής ενός συνόλου πρότυπων κτιρίων. Σε θεωρητικό επίπεδο, ένα σύνολο αρχών προτυποποίησης είχε διαμορφωθεί περιλαμβάνοντας ένα «αναγνωρίσιμο λεξιλόγιο και συντακτικό μορφών, μία νέα τυπολογία» .
Τις συγκεκριμένες αρχές τις εξέφραζε ένα σύνθρονο, όπως τους αποκαλεί ο Τουρνικιώτης, αρχιτεκτόνων, οι οποίοι μέσα από το έργο τους, τα κείμενα τους και την συγκλίνουσα πορεία τους οριοθέτησαν το μοντέρνο κίνημα της αρχιτεκτονικής. Από τους αρχιτέκτονες αυτούς τρεις θεωρούνται οι δάσκαλοι των οποίων η εργασία επηρέασε και σε μεγάλο βαθμό την μεταπολεμική αρχιτεκτονική. Αυτοί είναι ο Ελβετός Le Corbusier (Charles-Édouard Jeanneret-Gris, 1887-1965), ο Γερμανός ιδρυτής του Bauhaus Gropius και ο Γερμανός Van der Rohe (1886-1969).
Η μεταπολεμική περίοδος βρήκε μία Ευρώπη κατεστραμμένη και πολλές πόλεις ισοπεδωμένες. Η ανοικοδόμηση έπρεπε να δώσει γρήγορες και οικονομικές λύσεις σε επείγοντα και μαζικά προβλήματα. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική με την απλότητα και την ευκολία μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημα. «Οι πολεοδομικές, κατασκευαστικές, λειτουργικές και αισθητικές αρχές της μοντέρνας αρχιτεκτονικής προσέφεραν το πραγματικό και ιδεολογικό υπόβαθρό μίας γρήγορης και ορθής ανοικοδόμησης .» Η περίοδος μεταπολεμικά είναι τέτοια που υιοθετούνται άμεσα οι θεωρίες του Bauhaus και του Le Corbusier που «συμπυκνώνονται καμιά φορά στον όρο λειτουργικότητα – την αρχή πως αν κάτι σχεδιαστεί να εξυπηρετήσει τον σκοπό του, η ομορφιά ακολουθεί από μόνη της ».
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η κατασκευή της πολυκατοικίας από τον Le Corbusier στη Μασσαλία με σκοπό να στεγάσει 1600 κατοίκους. Δημιουργώντας μία μικρή πόλη ο Le Corbusier κατασκεύασε ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο με 337 διαμερίσματα, εσωτερικούς δρόμους, καταστήματα, καφενείο, κινηματογράφο, ελεύθερους χώρους και χώρους κοινωνικής δραστηριοποίησης, εφαρμόζοντας μερικώς την θεωρία του για την Ακτινοβόλα Πόλη (1935), όπου σε μία πρότυπη κατασκευή, σε μία μικροκοινωνία, περιλαμβάνει όλες τις δυνατές ανθρώπινες δραστηριότητες σε μια πόλη: κατοικία, εργασία, αναψυχή, κυκλοφορία. Η κατασκευή είναι τυποποιημένη και τα διαμερίσματα είναι τοποθετημένα συρταρωτά σε έναν σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα εφαρμόζοντας τις αρχές για της ορθολογική τυπολογία των κατόψεων του διαμερίσματος με σκοπό την εξυπηρέτηση διαφορετικών τύπων οικογένειας.

Ο εξπρεσιονισμός στην Μουσική
Χαρακτηριστικά του εξπρεσιονισμού στην μουσική
Το γερμανικό εξπρεσιονιστικό κίνημα εκφράζεται στην μουσική από τον Αυστριακό συνθέτη Arnold Schoenberg (1874-1951) του οποίου οι προσπάθειες για την αποδόμηση του παραδοσιακού τονικού συστήματος και η ανάπτυξη της δωδεκάφθογγης μεθόδου θα επαναστατικοποιήσουν τις τεχνικές μουσικής σύνθεσης. Ο Schoenberg υπήρξε στενός φίλος του Kandinsky με τον οποίο είχαν συνεργαστεί και στα πλαίσια της εξπρεσιονιστικής ομάδας του τελευταίου «Γαλάζιος Καβαλάρης» στο Μόναχο το 1911. Ο Kandinsky θεωρεί σημαντική την σχέση μεταξύ μουσικής και ζωγραφικής παρουσιάζοντας στα γραπτά του την μουσική σαν την κατεξοχήν αφηρημένη τέχνη και επηρέασε τον Schoenberg όπως ακριβώς οι ιμπρεσιονιστές επηρέασαν τον Debussy (1862-1918). Ο Machlis αναφέρει την πρώτη περίοδο του Schoenberg ως μεταβαγνερικό ρομαντισμό για να δείξει την επίδραση της βαγκενρικής μουσικής παράδοσης στα έργα του Schoenberg ωστόσο την δεύτερη περίοδο την χαρακτηρίζει ως ατονικό-εξπρεσιονισμό όπου εγκαταλείπεται η διάκριση ανάμεσα στην συμφωνία και την διαφωνία.
Οι καινοτομίες προωθούνται περισσότερο από τους μαθητές του Alban Berg (1885-1935) και Anton Webern (1883-1945) αποτελώντας την Δεύτερη Σχολή της Βιέννης (η πρώτη αναφέρεται στους Haydn, Mozart και Beethoven) αν και το έργο τους δεν κατάφερε να γίνει πλατιά αποδεκτό δεδομένης της δυσκολίας κατανόησης των μουσικών συνθέσεων τους από το ευρύ κοινό. Αυτό που διαχωρίζει τα έργα τους, σε σχέση με τη μουσική των σύγχρονών τους αποτελεί το γεγονός ότι ξέφυγαν από την παραδοσιακή τονική σύνθεση προσθέτοντας και μη-τονικά στοιχεία (atonal). Ο Μάμαλης αναφέρει ότι το τονικό σύστημα που παρέμενε αλώβητο στην Δυτική Μουσική για τρεις ολόκληρες δεκαετίες είχε φτάσει στις αρχές του 20ου αιώνα στον κορεσμό. Αναφέρει δε ότι υφίστατο μία αποδυνάμωση των τονικών λειτουργιών, απόρριψη ενός τονικού κέντρου και των επακόλουθων αρμονικών σχέσεων που αυτό δημιουργεί, με αποτέλεσμα οι συνθέτες τις εποχής να μην το αντιλαμβάνονται και να συνεχίζουν να ακολουθούν την στοχοθέτηση των Σούμπερτ και Βάγκνερ.

Δωδεκαφθογγική μέθοδος
Έχοντας αποδεχτεί την αναγκαιότητα της υπέρβασης του υπάρχοντος τονικού συστήματος, ο Schoenberg επινοεί την ενοποιητική αρχή για το δικό του σύστημα που θα αντικαθιστούσε το τονικό. Με την υιοθέτηση της δωδεκάφθογγης τεχνικής ο Schoenberg διαίρεσε την κλίμακα σε δώδεκα φθόγγους οι οποίοι τοποθετούνται στην σειρά ισότιμα δίχως να έχουν μεταξύ τους εξαρτήσεις καταργώντας το τονικό κέντρο. «Με το δωδεκαφθογγικό σύστημα o Schoenberg ξεπερνά πλέον την αντίληψη περί «μίμησης της φύσεως»και προβαίνει σε διάλυση των παραδοσιακών διαλεκτικών και δομικών σχέσεων του μουσικού έργου .» Η ατονική μουσική κινείται στα διαφορετικά επίπεδα διαφωνίας , στο μέγιστο βαθμό έντασης, χωρίς περιοχές χαλάρωσης.

Alban Berg
Ο επίσης Αυστριακός Alban Berg (1885-1937) υπήρξε μαθητής και συνεχιστής της εργασίας του Schoenberg γράφοντας ορχηστρικά έργα όπως τα Πέντε Ορχηστρικά Τραγούδια (1912), μουσική δωματίου και συνέθεσε όπερες Wozzeck (1925) και Lulu (1937).
Η συνάντηση του το 1904 με τον Schoenberg στην Βιέννη μεταβάλει την ζωή του και την σχέση του με την μουσική. Ο Schoenberg γίνεται ο δάσκαλός του για τα επόμενα έξι χρόνια και αποτελεί του μουσικό αλλά και το ανθρώπινο πρότυπο για τον Berg. Σε αντίθεση με τον Schoenberg ο Berg κατάφερε να εξανθρωπίσει τις αφηρημένες επινοήσεις της τεχνικής του Schoenberg και να τις συμβιβάσει με την συναισθηματική έκφραση.
Το περισσότερο γνωστό έργο του Berg είναι η όπερα Wozzeck. Το μεγαλύτερο μέρος της όπερας ακολουθεί από αρμονική άποψη το ατονικό-εξπρεσιονιστικό ιδίωμα. Ο Berg ενσωματώνει στο έργο του ορισμένα δωδεκαφθογγικά ευρήματα ωστόσο δεν αποκόπτεται εντελώς από την τονική παράδοση παραθέτοντας κομμάτια σε μείζονα και ελάσσονα τρόπο .
Το πλέον όμως χαρακτηριστικό εξπρεσιονιστικό δημιούργημα του Berg είναι η όπερα Lulu. Στο έργο αυτό αφιερώθηκε τα επτά τελευταία χρόνια της ζωής του το οποίο δεν κατάφερε να ολοκληρώσει με αποτέλεσμα η Τρίτη πράξη να ολοκληρωθεί από τον Αυστριακό συνθέτη Τσέρχα και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό το 1979 στο Παρίσι. Πολύπλοκη στους συμβολισμούς της και στην μουσική της η Lulu στηρίζεται σε ένα λιμπρέτο το οποίο ο Berg δημιούργησε λαμβάνοντας στοιχεία από δύο έργα του Γερμανού δραματουργού Φράνκ Βέντεκιντ (1864-1918) τα Γήινο Πνεύμα και Το κουτί της Πανδώρας.

Anton Webern
Ο Anton von Webern (1883-1945) υπήρξε ο τρίτος του πρωτοπόρου κινήματος της Βιεννέζικης σχολής του 20ου αιώνα και υπήρξε και αυτός όπως και ο Berg μαθητής του Arnold Schoenberg. Το 1924 όταν ο Schoenberg διατύπωσε την μέθοδο σύνθεσης με τους 12 φθόγγους ο Webern την υιοθέτησε πρώτα στο Παιδικό κομμάτι και από τότε εφάρμοζε σε όλες τις κατοπινές συνθέσεις του.
Ενώ όμως ο Berg επεξεργάζεται τα συντηρητικά στοιχεία του ιδιώματος του Schoenberg, ο Webern ανταποκρίνεται στην ριζοσπαστική πλευρά του αποκοπτώμενος από το τονικό παρελθόν περισσότερο από τους άλλους δημιουργούς της 2ης σχολής γεγονός που κάνει μάλλον απρόσιτη την μουσική του στο ευρύ κοινό. Ο εξπρεσιονισμός του Webern παρότι δύσκολος στην κατανόηση διακρίνεται για την εξαιρετική ευαισθησία της άρθρωσης και του χρωματισμού.
Τεχνικά ο Webern επεκτείνει την οργάνωση σε σταθερή σειρά των δώδεκα φθόγγων που είχε καθιερώσει ο Schoenberg σε αυτό που αποκαλείται ολικός σειραϊσμός και περιλαμβάνει ρυθμούς και ηχοχρώματα κατευθυνόμενος στον απόλυτο έλεγχο του υλικού .

Σύνοψη με σημείο αναφοράς τον Kandinsky
Η περίοδος του μεσοπολέμου υπήρξε μία γόνιμη καλλιτεχνικά περίοδος. Στο πεδίο της ζωγραφικής ένα σύνολο καλλιτεχνικών ρευμάτων εμφανιστήκαν τα οποία έδρασαν πέρα από τα όρια της ακαδημαϊκής ζωγραφικής προσεγγίζοντας την αφαίρεση στο ανώτατο επίπεδο. Από τα σημαντικότερα ρεύματα υπήρξε ο γερμανικός εξπρεσιονισμός με κύριο εκπρόσωπο τον Kandinsky το έργο του οποίου είχε πολύπλευρη επίδραση. Οι βασικές αρχές που έθεσε υιοθετήθηκαν μεταπολεμικά από το κίνημα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά στις ΗΠΑ κυριώς λόγω της οικονομικής και πολιτικής ισχυροποίησης της. Οι Αμερικανοί εξπρεσιονιστές με κυρίαρχη μορφή τον Pollock δανείστηκαν τόσο από τους εξπρεσιονιστές όσο και από τα υπόλοιπα κινήματα και δημιούργησαν ένα μείγμα με ιδιαίτερη οπτική τόσο στην θεματολογία όσο και στην τεχνική.
Με τον Kandinsky στο επίκεντρο περνάμε και στην αρχιτεκτονική ειδικότερα μέσα από την σχέση που δόμησε μέσω της συνεργασίας του με την αρχιτεκτονική σχολή του Bauhaus της οποία η σύντομη λειτουργία είχε τεράστια επίδραση μεταπολεμικά. Θέτοντας τις βασικές αρχές του μοντερνισμού το μεσοπόλεμο οι «δάσκαλοι» αρχιτέκτονες του Bauhaus αλλά και ο Ελβετός Le Corbusier, έδωσαν την δυνατότητα να υιοθετηθούν άμεσα μεταπολεμικά δεδομένης της διευκόλυνσης που παρείχαν στην γρήγορη ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης.
Τέλος η επίδραση του εξπρεσιονισμού ήταν σημαντική και στην μουσική. Και εδώ ο Kandinsky άφησε το στίγμα του κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον ιδρυτή της Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής, τον Schoenberg. Ο πρωτοπόρος Αυστριακός μουσικός μαζί με τους μαθητές του Berg και Webern αναζήτησαν νέες διαστάσεις της μουσικής έκφρασης με αποτέλεσμα την διάνοιξη νέων δρόμων που καθιέρωσαν την «ατονικότητα», μία επαναστατική έννοια που αποκήρυττε την ανάγκη ύπαρξης ενός κύριου τονικού κέντρου.

Bιβλιογραφία

• Εμμανουήλ Μ., Πετρίδου Β., Τουρνικιώτης Π., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, Τόμος Β’, Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.
• Gombrich E.H., Το Χρονικό της Τέχνης, μτφρ. Κάσδαγλη Λ., Εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2007.
• Μάμαλης Ν., Η Ιστορία των Τεχνών στη Ευρώπη, Η μουσική στην Ευρώπη, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα 2001
• Machlis Joseph, Kristine Forney, Η απόλαυση της Μουσικής, μτφρ. Πυργιώτης Δ., Εκδόσεις Fagoto, Αθήνα, 1996.

Δεν υπάρχουν σχόλια: