Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2008

Η θεμελίωση της γνώσης σύμφωνα με τον Καρτέσιο και τον Locke

Εισαγωγή

Η νέα γνωσιολογία αναπτύσσεται σε μία περίοδο πολιτισμικών και επιστημονικών επαναστάσεων με έντονες επιδράσεις στο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι. Οι επαναστάσεις αυτές ιστορικά αποκτούν μία ονοματολογία που αναδεικνύει το απάνθισμα της διανοητικής εργασίας των εκπροσώπων των: η Αναγέννηση (15ο αιώνας), η Επιστημονική Επανάσταση (17ος αιώνας) και ο Διαφωτισμός (18ο αιώνας). Στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην Επιστημονική Επανάσταση και στον Διαφωτισμό εμφανίζονται οι απαρχές της νεότερης φιλοσοφίας οι οποίες δεν αποτυπώνονται τόσο στο πλαίσιο των επιστημονικών ανακαλύψεων όσο στον μεθοδολογικό στοχασμό με βάση τον οποίο πραγματεύτηκαν τα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα[1].

Ο φιλοσοφικός στοχασμός του 17ου αιώνα δομείται στα πλαίσια ενός ιδιότυπου ανταγωνισμού των μεθόδων, του ορθολογισμού και της εμπειριοκρατίας, με θεμελιωτές τους Descartes (1596-1650) και Locke (1632-1704) φορείς των δύο αυτών αντιθέτων σχολών φιλοσοφίας. Ο Descartes ηγείται των «ορθολογιστών» όπου με άξιους συμπαραστάτες τους Baruch Spinoza (1632-1677) και Gottfried Leibnitz (1646-1716) προσπαθούν να δομήσουν τα φιλοσοφικά τους συστήματα με βάση τον ορθό λόγο και την a priori γνώση. Ο Locke τίθενται απέναντί τους και μαζί με τους συνοδοιπόρους του George Berkeley (1685,1753) και David Hume (1711-1776) θεμελιώνουν τη φιλοσοφία τους στην επεξεργασία των αποτελεσμάτων της αισθητηριακής εμπειρίας.

Στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα γίνει μία προσπάθεια προσέγγισης του διαφορετικού τρόπου θεμελίωσης της γνώσης από τις δύο αυτές φιλοσοφικές τάσεις μέσα από την πνευματική εργασία των εκπροσώπων των, εμμένοντας στα στοιχεία που τις διαφοροποιούν.

Η «καρτεσιανή» προσέγγιση

Μία μικρή βιογραφική αναφορά

Ο Descartes, Γάλλος φιλόσοφος και μαθηματικός αποτέλεσε ένα από τα κορυφαία πνεύματα της ευρωπαϊκής σκέψης των νεώτερων χρόνων. Ανήσυχο πνεύμα, κόπιασε διανοητικά σε αρκετά επιστημονικά πεδία (Οπτική, Γεωμετρία, Φυσική) συγγράφοντας και αρκετά έργα. Για εκείνο το έργο του όμως για το οποίο έμεινε στην ιστορία είναι το φιλοσοφικό του έργο το οποίο αποτυπώνεται κυρίως σε δύο πραγματείες του:

α) στο «Λόγο περί της μεθόδου», πραγματεία γραμμένη στα Γαλλικά απευθυνόμενη σε ευρύ κοινό, που εκδόθηκε το 1637 στην Ολλανδία και στο οποίο περιλαμβάνονται συνοπτικά οι μεταφυσικές απόψεις του και

β) στους «Στοχασμούς για την πρώτη φιλοσοφία» (1641) γραμμένο στα λατινικά όπου παρουσιάζεται η φιλοσοφία του πιο σφαιρικά και απευθύνεται σε πιο μορφωμένο κοινό.

Παρά το γεγονός ότι το φιλοσοφικό σύστημα που διαμόρφωσε δεν κατάφερε να επικρατήσει έναντι του εμπειρισμού ως κυρίαρχου φιλοσοφικού ρεύματος στην περίοδο του Διαφωτισμού, και παρά την προσωπική αποτυχία του ως φυσικού επιστήμονα καθώς οι επιστημονικές του ερμηνείες καταρρίφθηκαν από τον Νεύτωνα, οι παρακαταθήκες της διδασκαλίας του ήταν τόσο ισχυρές που χαρακτηρίζεται ως ο πατέρας της σύγχρονης φιλοσοφίας. «Προσπάθησε να απεγκλωβίσει την φιλοσοφία από τον σχολαστικισμό, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου και να απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από την αυθεντία του παρελθόντος[2]».

Η θεμελίωση της γνώσης κατά των Descartes

Σύμφωνα με τον Cottingam «ο Descartes εγκαθίδρυσε την ύπαρξη τριών υποστάσεων προκειμένου να θεμελιώσει την γνώση: πρώτον του εαυτού του, ως res cogitans ή σκεπτόμενης υπόστασης, δεύτερον του Θεού, της άπειρης υπόστασης που τον δημιούργησε, και τρίτον της ύλης ή έκτατης υπόστασης[3]».

Το έρεισμα για την ορθολογιστική στροφή - Η εναντίωση στην εμπειρία.

Ο Descartes εναντιωνόταν στην γνώση μέσω της εμπειρίας. Δεν την υποτιμούσε στην προσπάθεια του να ερμηνεύσει το σύμπαν, αλλά δεν την θεωρούσε πρωτεύουσα πηγή πληροφορίας. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι οι αισθήσεις και η φαντασία είναι κατώτερες διανοητικές δραστηριότητες οι οποίες δεν χρίζουν εμπιστοσύνης ως προς την βεβαιότητα που προσδίδουν. «Στο επίπεδο των σύνθετων πραγμάτων, οι αισθητές πραγματικότητες μπορούν κάλλιστα να συγχέονται με τις λεπτεπίλεπτες κατασκευές της φαντασίας[4]».

Η πρώτη γνώση: Του εαυτού μας

Πως μπορεί να είναι σίγουρος για την γνώση της ύπαρξής του ο άνθρωπος;

Ο Descartes θεωρεί την ενόραση ως πρώτη αρχή της γνώσης. Θεωρεί ότι ο κάθε ένας έχει άμεση συνείδηση για το τι συμβαίνει μέσα του. Θεωρεί ότι η ύπαρξη της αμφιβολίας είναι το μέσο για την βεβαιότητα της ύπαρξης. Αναφέρει λοιπόν ότι ο άνθρωπος οφείλει να αμφιβάλει ακόμα και για τα προφανή δηλ. τα εμπειρικά δεδομένα και ως εκ τούτου το γεγονός ότι αμφιβάλει σημαίνει ότι έχει άμεση συνείδηση της αμφιβολίας του. Η βεβαιότητα ότι μπορεί να αμφιβάλει του εξασφαλίζει την βεβαιότητα ότι μπορεί να υπάρχει.

Σύμφωνα με τον Πελεγρίνη[5], ο Descartes κατέληξε στην βεβαιότητα της ύπαρξής του και κατά συνέπεια στην αδιαμφισβήτητη αρχή την οποία επιζητούσε, χρη­σιμοποιώντας το ίδιο το όπλο εκείνο που οι σκεπτι­κιστές μεταχειρίζονται για να πλήξουν την γνώση και ν' απορρίψουν την αλήθεια, την αμφιβολία.

Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι μπορεί να αμφιβάλει για τα πάντα ακόμα και για τα πιστεύω και τις σκέψεις του, διαπιστώνει ότι η δυνατότητα του να σκέπτεται και να αμφισβητεί είναι συνώνυμη με την ύπαρξη του, καταλήγοντας στην πρώτη αρχή της φιλοσοφίας του: «Σκέπτομαι αρά υπάρχω».

Δεύτερη γνώση: η γνώση του θεού

Καθώς ο Descartes στοχάζεται τη δική του ύπαρξη ως «σκεπτόμενου όντος» καλείται να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού, του τέλειου όντος που δημιούργησε τον άνθρωπο, και στη συνέχεια να προσδιορίσει τη φύση και την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου. Για τον Descartes ο Θεός αποτελεί την εγγύηση της βεβαιότητας της ύπαρξης του διότι αν θεωρηθεί ότι ο Θεός υπάρχει και δεδομένης της ύπαρξης ενός τέλειου όντος, και η έννοια της ύπαρξης αυτή καθ’ αυτή αποτελεί μία τελειότητα[6].

Με την απόδειξη της ύπαρξης ενός τέλειου Θεού ο Descartes επεξηγεί δύο προβληματισμούς του.

Πρώτον στηρίζει την άποψη του για τις έμφυτες ιδέες καθώς αναφέρει ότι αποτελούν την αποτύπωση του δημιουργού στο δημιούργημα του. Οι ιδέες αυτές κατά τον Descartes είναι έμφυτες από τον Θεό και ο άνθρωπος τις φέρει εκ γενετής, σημειώνοντας όμως ότι δεν θεωρεί ότι οι έμφυτες ιδέες επιδρούν στην ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται.. Αυτές οι έμφυτες ιδέες είναι η γνώση για τον Θεό, την ύπαρξη του ιδίου και κάποιες αλήθειες που θεωρούνται αυταπόδεικτες

Δευτερευόντως θεωρεί ότι η ύπαρξη του τέλειου Θεού αποτελεί πηγή αλήθειας αποτρέποντας τον στοχαστή να εξαπατάται από τις ανακρίβειες των αισθήσεων.

Τρόπος Θεμελίωσης της Γνώσης – Η μέθοδος

Σύμφωνα με τους Windelband και Heimsoeth[7], ο Descartes υποστήριξε ότι η επαγωγική μέθοδος είναι ικανή να οδηγήσει σε μία και μοναδική αρχή (Prinzip) υπέρτατης και απόλυτης βεβαιότητας, με βάση την οποία μπορεί να ερμηνευτεί κατόπιν ο κόσμος τής εμπειρίας σε όλη την έκταση του.

Στο «Λόγος Περί της μεθόδου» ο Descartes επεδίωξε να θεμελιώσει μία καθολική επιστήμη δομώντας την πάνω σε μία μεθοδολογία που να επιτρέπει να φτάσει ο μελετητής στον σκοπό, δηλ. την απόκτηση της γνώσης, χωρίς να συγχέονται τα δύο αυτά, μέθοδος και σκοπός. Μοντελοποίησε την μεθοδολογία του με γνώμονα μαθηματικά πρότυπα. Εδώ έγκειται και η πρωτοτυπία της πρότασης του Descartes αφού για πρώτη φορά στην ανθρώπινη διανοητική προσπάθεια τίθεται η ανάγκη να εξασφαλιστεί ένα συστηματικό πλαίσιο επεξεργασίας της ανθρώπινης γνώσης.

Βασική έγνοια του Descartes είναι η διαμόρφωση μίας αναλυτικής μεθόδου μέσω της οποίας θα μπορεί να ανακτά τα απλά και αυτονόητα στοιχεία με βάση τα οποία θα μπορεί εν συνεχεία να ερμηνεύσει και τα πιο σύνθετα.

Στο δεύτερο μέρος του «Λόγου περί της μεθόδου», ο Descartes προτείνει τέσσερις βασικούς κανόνες με τους οποίους μπορεί να θεμελιωθεί η γνώση:

Πρώτος: Ο άνθρωπος αποδέχεται ως αληθινές μόνο τις σαφείς και διακριτές ιδέες για τις οποίες δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, αποφεύγοντας βιασύνες και προκαταλήψεις. Σύμφωνα με τον Cottingham[8] ο Descartes θεωρούσε ότι καμία ιδέα δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε μία φιλοσοφική εξήγηση παρά μόνο αν είναι σαφής ή αν τα δομικά της στοιχεία μετά την ανάλυση καταστούν σαφή για επεξήγηση.

Δεύτερος: τα προβλήματα πρέπει να διαιρούνται σε όσο πιο απλά μέρη χρειάζεται για να επιλυθούν

Τρίτος: Οι σκέψεις πρέπει να κατευθύνονται από τα απλά αντικείμενα στα πλέον σύνθετα

Τέταρτος: Πρέπει να ελέγχεται ξανά η συλλογιστική πορεία για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε παράλειψη.

Ο εμπειρισμός εκφραζόμενος από τον Locke

Ο Άγγλος John Locke φιλόσοφος, ιατρός και πολιτικός υπήρξε κυρίαρχη μορφή των εμπειριστών μαζί με τους Hume και Berkeley σχηματίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο το τρίπτυχο των φιλοσόφων του βρετανικού εμπειρισμού.

Αν και ο Βρετανός Francis Bacon (1561-1626) είναι αυτός που πρωτο- διατύπωσε τις βασικές αρχές της εμπειρικής φιλοσοφίας, ωστόσο δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο ικανό να εκμεταλλευτεί την πρακτική αξιοποίηση που διαφαινόταν. Αυτό σε μεγάλο βαθμό το επέτυχε ο Locke.

Ο Locke ζητάει να γνωρίσει τον κόσμο, ενθουσιάζεται με το σύστημα του Νεύτωνα και επιθυμεί να το κατανοήσει, επιθυμεί να γνωρίσει από που πηγάζει η γνώση και θεωρεί ότι για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει έναν τρόπο θεμελίωσης της γνώσης διότι οι υπάρχουσες διδασκαλίες δεν τον ικανοποιούν.

Άρα τι χρειάζεται πρακτικά ο Locke για να θεμελιώσει την γνώση;

Σκοπό και μέθοδο. Ο σκοπός είναι εμφανής με βάση τα παραπάνω ενώ η μέθοδος δομείται πάνω στην βασική αρχή του, δηλ. την εμπειρία ως πρόσληψη της γνώσης. Αποτυπώσει την μεθοδολογία του στο έργο του «Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση» (An Essay concerning Human Understanding) στο οποίο θέτει «ως στόχο την ανάλυση των δραστηριοτήτων της ανθρώπινης νόησης και όχι την σύλληψη της ουσίας της και των απώτερων αιτιών της ύπαρξης της[9]».

Το πρώτο βήμα - Αμφισβήτηση και δυσπιστία

Ο Locke στρέφεται τόσο εναντίον των νεο-πλατωνικών και της Σχολαστικής διδασκαλίας όσο και εναντίον του Descartes αν και όχι σε τόσο έντονο βαθμό.

Εναντίον των σχολαστικών

Ο Locke δείχνει έντονη δυσπιστία απέναντι στην σχολαστική φιλοσοφία έτσι όπως εκφράζεται από τους άγγλους νεο-πλατωνικούς φιλοσόφους που κυριαρχούν στα πανεπιστήμια στην εποχή του. Η διδασκαλία τους που στηρίζεται στην αυθεντία και τις αυταπόδεικτες αλήθειες δεν τον ικανοποιεί και την απορρίπτει άμεσα.

Εναντίον του Descartes

Η εναντίωση του στον Descartes δεν είναι έντονη αλλά υπαρκτή. Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες. Α) Στο γεγονός ότι ο εχθρός είναι κοινός δηλ. η προσκόλληση στις αυθεντίες και β) στο γεγονός ότι ο Locke έχει επηρεαστεί από την διδασκαλία του Descartes. Οι Windelband και Heimsoeth αναφέρουν ότι η μεταφυσική και η μεθοδολογία που ανέπτυξε ο Descartes και οι μαθητές του μεταφέρονται από τον Locke στην γλώσσα της εμπειρικής ψυχολογίας όπως την ονομάζουν ώστε να γίνουν προσιτές στην κοινή συνείδηση[10].

Δύο σημεία είναι αυτά στα οποία ο Locke στρέφεται εναντίον του Descartes.

Για την χρήση των μαθηματικών στην εξήγηση του κόσμου

Ο Locke εξέφρασε έντονα την δυσπιστία σχετικά με την άποψη ότι ένας φιλόσοφος θα μπορούσε να καταλήξει στην αλήθεια για το σύμπαν μόνο με τον «Καθαρό Λόγο» και την χρήση των μαθηματικών. Σύμφωνα με τον Locke τα μαθηματικά δεν μπορούν να περιγράψουν όλες τις ιδιότητες της ύλης και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αποτυπώσουν γενικές αλήθειες πόσο μάλλον να επεξηγήσουν την πολυμορφία του φυσικού κόσμου.

Για τις έμφυτες ιδέες

Ο Locke απορρίπτει επίσης και την θεωρία του Descartes για τις έμφυτες ιδέες, ως στερούμενης αποδεικτικής επιχειρηματολογίας. Κατά τον Locke δεν υπάρχουν έμφυτες εκ γενετής αλήθειες, αλλά ο ανθρώπινος νους την στιγμή της γέννησης είναι μια “άγραφη δέλτος” (tabula rassa), πάνω στην οποία εγγράφονται «οι ιδέες», όπως ονομάζει ο Locke τις περιγραφές, τις εικόνες τις παραστάσεις και γενικά τις εμπειρίες, μέχρι και την στιγμή του θανάτου.

Δεύτερο Βήμα – Η εμπειρία ως μέσο

Για τον Locke η γνώση που αφορά τον κόσμο μπορεί να αποκτηθεί μόνο από την εμπειρία και την ενδελεχή μελέτη αυτής. Θεωρώντας ως αληθινούς φιλόσοφους που προωθούν την γνώση τους επιστήμονες όπως ο Boyle και ο Newton, ο Locke ανέθετε στον εαυτό του την ευθύνη της κατανόησης του τρόπου με τον οποίο αποκτάται αυτή η γνώση. Καλείτο να απαντήσει στο ερώτημα για το ποια είναι η πηγή της γνώσης.

Στο παραπάνω ερώτημα ο Locke απαντάει ξεκάθαρα. Η γνώση του κόσμου αρχίζει με την αίσθηση και η γνώση του εαυτού μας με την αυτο-αντίληψη.

Στο «Δοκίμιο» ο Locke αναφέρει ότι οι πηγές όλων των γνώσεων είναι οι αισθητηριακές παρατηρήσεις και η αυτοαντίληψη, αλλά διευκρινίζει ότι δεν αποτελούν συγκεκριμένες περιπτώσεις γνώσης με την αυστηρή ερμηνεία αλλά εφοδιάζουν τον νου με τα υλικά της γνώσης τα οποία ακολούθως μετατρέπονται στα δομικά στοιχεία, τις ιδέες, Σύμφωνα με τον Woolhouse σκοπός του Locke στο «Δοκίμιο» είναι να εξηγήσει «τον τρόπο με τον οποίο ο λόγος μας μεταβαίνει από αυτές τις ιδέες σε συγκεκριμένα αντικείμενα γνώσης, τα οποία άλλοι θεωρούσαν έμφυτα[11]».

Οι Ιδέες

Ο Locke αναφέρεται συνέχεια στις «ιδέες». Σύμφωνα με τον Kenny[12] οι «ιδέες» του είναι παρεμφερείς με τις «σκέψεις» του Descartes.Για τον Locke η ιδέα έχει μία ευρύτερη σημασία δηλώνοντας κάθε περιεχόμενο της συνείδησης, τα συναισθήματα και τις παραστάσεις καθώς και τις έννοιες και παντός είδους εικόνες του νου. Οι «ιδέες» είναι αντικείμενα ενώπιον του νου.

Με την έννοια της ιδέας όμως ο Locke δεν αναφέρεται μόνο στις αναπαραστάσεις στον νου αλλά και στις λειτουργίες σχηματισμού των ιδεών όπως οι αντίληψη, η θέληση, η πίστη, η αμφιβολία. Ωστόσο ο Locke είναι σκεπτικιστής ως προς τον απόλυτο συσχετισμό φυσικών αντικειμένων και αναπαραστάσεων στον νου. Εδώ παρατηρείται μία συμφωνία με τον Descartes καθώς τα επιχειρήματα τους κινούνται παράλληλα. Ο Locke θεωρεί ότι οι έμφυτες έννοιες χωρίς την εμπειρία δεν επαρκούν για την επεξήγηση των φαινομένων ενώ την αντίθετη συσχέτιση μεταξύ έμφυτων ιδεών και εμπειρίας πιστεύει ο Descartes.

Συμφωνούν και σε ένα άλλο σημείο. Ο Locke ναι μεν αποδέχεται την απεικονιστική θεωρεία για την αισθητή εμπειρία και υποστηρίζει ότι μερικές απεικονίσεις είναι ακριβή αντίγραφα των φυσικών πραγμάτων διατηρεί μία αμφιβολία σε μικρότερο βαθμό βέβαια από ότι ο Descartes αν τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι όπως εμφανίζονται στην αίσθηση μας.

Απλές και σύνθετες ιδέες

Ο Locke σε ένα δεύτερο στάδιο προχωρά στην συνάθροιση, την ταξινόμηση και την κατηγοριοποίηση των ιδεών όπως αυτές γίνονται αντιληπτές. Ο Locke τις χωρίζει σε δύο κατηγορίες:

Α) Στις απλές ιδέες οι οποίες είναι εύκολα κατανοητές μόνο με την αίσθηση και την αυτοαντίληψη και οι οποίες δεν μπορούν να αναλυθούν περισσότερο,

Β) και στις σύνθετες, οι οποίες απαιτούν περαιτέρω ανάλυση προκειμένου οι απλές ιδέες που τις συνθέτουν να αναδειχθούν και να γίνουν κατανοητές.

Σε αυτό το σημείο είναι φανερό ότι ο Locke κάνει χρήση των εννοιών «μορφοποίηση» και «σύνθεση» που είναι κατεξοχήν διανοητικές διαδικασίες- ορθολογιστικές θα λέγαμε - και κατά τις οποίες όλες οι σύνθετες ιδέες μπορούν να αναχθούν σε απλές ιδέες αίσθησης και αυτοαντίληψης.

Η συνθετική διαδικασία του Locke έχει στόχο να του προσφέρει μία μέθοδο που να του καταδεικνύει ότι όλες οι ιδέες, όσο και μακρινές να φαίνονται από την αισθητή εμπειρία και την αυτοαντίληψη, αντλούνται στην πραγματικότητα από αυτές τις πηγές και από καμία άλλη. Ο Locke αναφέρει ότι για να κατανοήσουμε την σκέψη και την γνώση μας πρέπει να κατανοήσουμε την γλώσσα με την οποία σκεπτόμαστε και κοινοποιούμε τις σκέψεις.

Σύμφωνα με τον Πελεγρίνη[13] «το κύρος των ιδεών εξαρτάται από την αντιστοιχία τους προς την πραγ­ματικότητα, από το κατά πόσον αναπαριστούν ιδιότητες πραγμάτων και καταστάσεων, που υφίστανται έξω από αυτές».

Ως σύνοψη η προσέγγιση των δύο σχολών

Η κατηγοριοποίηση σε εμπειρισμό και ρασιοναλισμό δεν εκφράζει απόλυτες σχηματοποιήσεις. Δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ των δύο αυτών φιλοσοφικών σχολών και ουδέποτε η σκέψη κάποιου από τους στοχαστές που προσδιορίζονταν σε κάποια από τις δύο αυτές τάσεις ή σχολές κρίνεται απόλυτα «ορθολογική» ή «εμπειριοκρατική» και αυτό διότι επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από την περιρρέουσα διανοητική εργασία.

Σύμφωνα με τον Kenny[14] η επιχειρηματολογία τόσο του Descartes όσο και του Locke σχετικά με την προέλευση της γνώσης βαδίζουν παράλληλα. Ο συνδυασμός έμφυτων εννοιών με την εμπειρία προσδιορίζεται και από τους δύο διανοητές, εκεί που διαφέρουν είναι στον βαθμό που υπερισχύει το ένα έναντι του άλλου.

Ο Cottingham[15] συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο όρος «ορθολογιστής» είναι ένας προσδιορισμός που ενέχει κίνδυνους δεδομένου ότι ο όρος δεν πιστοποιείται από τα φιλοσοφικά κείμενα του 17ου αιώνα. Αναφέρει δε ότι ο όρος αυτός λειτουργεί απαξιωτικά για τους εκπρόσωπους της «καθαρής σκέψης» δεδομένου ότι τους αναπαριστά ως ιστοπλόκους «που έχτιζαν περίτεχνα μεταφυσικά συστήματα «από την πολυθρόνα[16]». Και εκεί έγκειται η διαφορά της νοησιαρχίας - της χρήσης μόνο του νου ως φορέας λόγου - δηλ. της μεταφυσικής της πολυθρόνας, με τον ορθολογισμό που ουσιαστικά αποτελεί έναν τρόπο αποτελεσματικής χρήσης επιχειρηματολογίας.

Σύμφωνα με τον Kenny[17], οι κοινές παραδοχές των δύο σχολών είναι σημαντικότερες από τα θέματα που τους χωρίζουν και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ ορθολογιστών και εμπειριστών είναι σημαντικές. Επί παραδείγματι ο Locke, παρ' όλο τον υποτιθέμενο «εμπειρισμό» του, επηρεάστηκε βαθιά σε μεγάλο μέρος του έργου του από τις απόψεις του Descartes σχετικά με τη φύση του νου και το υλικό σύμπαν[18]. Τελικά αυτό που απεδείχθη ιστορικά είναι ότι τόσο ο ορθολογισμός όσο και ο εμπειρισμός διατυπώνουν σκέψεις και μεθόδους που σταδιακά οδηγούν σε μία γενική επιστημονική μεθοδολογία που τελικά ορίζει ο Immanuel Kant (1724-1804) συνθέτοντας τις ορθολογικές και εμπειριστικές θεωρήσεις σε μία βάση της ιδέας για μία συνθετική εκ των προτέρων γνώση.

Βιβλιογραφία

Αυγελής Ν., Εισαγωγή στη φιλοσοφία, 4η έκδοση, εκδ. Κουκούλης, Θεσ/νίκη, 2004

Μολυβάς Γρηγόρης, Φιλοσοφία στην Ευρώπη- Η εποχή του Διαφωτισμού Τόμος Β’, ΕΑΠ, Πάτρα 2000

Πελεγρίνης Θεοδόσιος, Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας, Ζ’ έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.

Beyssade J.M., «Descartes» στον συλλογικό τόμο Η Φιλοσοφία Από τον Γαλλιλαίο στον Ρουσσώ, Τόμος Β’, επιμ. Chatelet F., μτφρ. Παπαγιώργης Κ., Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990

Cottingam, J.G., Φιλοσοφία της Επιστήμης, Α΄: Οι Ορθολογιστές, μτφρ. Σ. Τσούρτη, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 2000

Kenny Antony et al, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, Oxford University, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2005

Losee John, Φιλοσοφία της επιστήμης - Μια ιστορική εισαγωγή, μτφρ. Θ. Μ. Χρηστίδης, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993.

Windelband, W., Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας, Β’ τόμος, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, γ’ ανατύπωση, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2003.

Woolhouse, R.S., Φιλοσοφία της Επιστήμης, Τόμος Β’., Οι εμπειριστές (μτφρ. Σ. Τσούρτη), Πολύτροπον, Αθήνα 2003



[1] Windelband, W., Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2003, σελ. 146

[2] Μολυβάς, σελ.33

[3] Cottingam, J.G., Φιλοσοφία της επιστήμης, Α΄: Οι ορθολογιστές, μτφρ. Σ. Τσούρτη, εκδ. Στάχυ, Αθήνα, 2000, σελ. 135

[4] Beyssade J.M., Descartes στον συλλογικό τόμο Η Φιλοσοφία Από τον Γαλλιλαίο στον Ρουσσώ, Τόμος Β’, επιμ. Chatelet F., μτφρ. Παπαγιώργης Κ., Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990, σελ. 113

[5] Πελεγρίνης, σελ 254

[6] Cottingham, σελ. 74

[7] Windelband, W., Heimsoeth, σελ 159

[8] Cottingham, σελ. 61

[9] Μολυβάς, σελ. 50

[10] Windelband, W., Heimsoeth, σελ. 229

[11] Woolhouse, R.S., Φιλοσοφία της Επιστήμης, Τόμος Β’., Οι εμπειριστές (μτφρ. Σ. Τσούρτη), Πολύτροπον, Αθήνα 2003, σελ. 125

[12] Kenny, σελ. 182

[13] Πελεγρίνης, σελ. 274

[14] Kenny, σελ. 183

[15] Cottingam, σελ. 16

[16] Cottingham, σελ. 18

[17] Kenny, σελ. 182

[18] Cottingham, σελ. 18

Δεν υπάρχουν σχόλια: