Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2009

Μία ερασιτεχνική προσέγγιση της επιστημονικής γεωγραφίας

Δεν νομίζω ότι θα κερδίσω αναγνώστες με την παράθεση ενός τόσο εξιδικευμένου θέματος, που αφορά τα μεταθετικιστικά ρεύματα στην επιστημολογία της γεωγραφίας, αλλά αφού την έχω γράψει την εργασία κρίμα είναι να μην την δημοσιεύσω. Αντέχετε;

Εισαγωγή

Το κυρίαρχο επιστημονικό ρεύμα της γεωγραφίας τον 20ο αιώνα ήταν η ποσοτική γεωγραφία. Όπως γίνεται ευλόγως αντιληπτό και από την ονομασία της, η ποσοτική γεωγραφία συνδέεται με την χρήση ποσοτικών και στατιστικών μεθόδων και μαθηματικών μοντέλων στην μελέτη των χωρικών δεδομένων. Ως επιστημονική έκφανση της χωρικής ανάλυσης ισχυροποιήθηκε και γενικεύθηκε με την διάδοση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και των δυνατοτήτων για τον χειρισμό μεγάλου όγκου δεδομένων.

Δομικό στοιχείο της ανάλυσης της ποσοτική γεωγραφίας αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται η οικονομική ανάπτυξη με την χωρική οργάνωση των παραγωγικών συστημάτων και την χωροθέτηση των οικιστικών και οικονομικών δραστηριοτήτων. Η ανάλυση αυτή καλείται «χωρική ανάλυση[1]» (Λεοντίδου, Σκλιας 2001: σελ. 51) αντιμετωπίζοντας τον χώρο καθαρά σαν γεωμετρική έννοια ενώ προχωρά και στην υποταγή της τρίτης διάστασης στην χαρτογραφία.

Έως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα η βασική επιστημολογική επικύρωση για την επιστήμη της Γεωγραφίας είναι ο λογικός θετικισμός[2]. Σταδιακά και με την πάροδο των ετών η επιστημολογική[3] σφραγίδα του λογικού θετικισμού φθίνει ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την ποσοτική γεωγραφία η οποία δίνει την θέση της σε νέα Παραδείγματα[4]. Αρχικά στο μεταβατικό Παράδειγμα της Κριτικής Γεωγραφίας, με τις αντίστοιχες εκφάνσεις που είχε (Συμπεριφορική, Ανθρωπιστική, Ριζοσπαστική και Φιλελέυθερη) και ακολούθως στα μεταθετικιστικά Παραδείγματα με πιο σημαντικά την πολιτικο-οικονομική προσέγγιση και την «πολιτιστική στροφή».

Στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα γίνει προσπάθεια να παρουσιαστούν τα βασικά αίτια που προκάλεσαν την μετάβαση από την ποσοτική γεωγραφία στα μεταθετικιστικά παραδείγματα που άλλαξαν τους επιστημολογικούς προσανατολισμούς της Γεωγραφίας ανταποκρινόμενα στις νέες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες. Από τα δύο αυτά παραδείγματα θα αναλυθεί το παράδειγμα της πολιτικο-οικονομικής προσέγγισης καθώς και οι δυνατότητες και οι περιορισμοί όπως αυτοί κατεγράφησαν σε δύο μεσογειακές χώρες, την Ελλάδα και την Ιταλία.

Η μετάβαση από την ποσοτική επανάσταση στα μεταθετικιστικά παραδείγματα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 το επαναστατικό κλίμα της εποχής επέδρασε μεταξύ άλλων και στην Γεωγραφία και τέθηκαν νέα ζητήματα ερμηνείας σχετικά με χωρικά, γεωγραφικά και οικολογικά θέματα. Η επικρατούσα επιστημονική άποψη της Ποσοτικής Γεωγραφίας αδυνατούσε να τα επεξηγήσει, αδυνατώντας να αποτυπώσει επακριβώς τις ανθρώπινες δραστηριότητες στις μαθηματικογενείς χωρικές μελέτες της. Ο Κορλιούρος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η ποσοτική επανάσταση βελτίωσε με τις τεχνικές και τα μέσα μέτρησης και ταξινόμησης των γεωγραφικών φαινόμενων, όμως μείωσε την αξία της πληροφορίας που εμπεριέχουν» (Κορλιούρος 2001:σελ. 72), εννοώντας ότι από όλη την πληροφορία που λαμβάνει ένας ποσοτικός γεωγράφος θα κρατήσει μόνο το ελάχιστο τμήμα που ικανοποιεί το μαθηματικό μοντέλο του. Οι ποιοτικοί παράγοντες δεν είναι μετρήσιμοι (Λεοντίδου, 2005:σελ. 187) άρα αναγκαστικά  αγνοούνται από την Ποσοτική Γεωγραφία που στήριζε την ανάλυση της καθαρά σε οικονομικούς παράγοντες με αποτέλεσμα η χωρική ανάλυση να αναπαριστά τον άνθρωπο ως εξάρτημα της γραμμής παραγωγής σε μία λογική φορντισμού[5], αποτυπώνοντας μόνο την ορθολογική δραστηριότητα του ανθρώπου. Παρουσιάζοντας τον άνθρωπο ως ένα μονοδιάστατο αυτόματο με μόνο μέλημα την μεγιστοποίηση του κέρδους του, τον οικονομικό άνθρωπο (homo economicus). (Λεοντίδου,Σκλιας  2001:σελ. 53), αγνοούσε μεγάλο κομμάτι της καθημερινής δραστηριότητας του που είναι η κοινωνική συμβολή του, αυτό που οι Συμπεριφοριστές κοινωνιολόγοι αποκαλούσαν κοινωνικό άνθρωπο (homo socialis).

 Πέρα από την παραπάνω κριτική που ασκείται στην ποσοτική γεωγραφία αναφορικά με την θέση της ανθρώπινης δραστηριότητας διαπιστώνεται επιπλέον και «η αδυναμία εφαρμογής του μοντέλου που πρότεινε η Ποσοτική Γεωγραφία ακόμα και σε σημαντικά προβλήματα χωροθέτησης των οικονομικών δραστηριοτήτων» (Λεοντίδου,Σκλιας 2001:σελ. 59). Η χρήση του λογικού θετικισμού στην μελέτη ανοικτών συστημάτων όπως είναι τα χωρικά φαινόμενα παρουσιάζει δυσκολίες διότι εξαναγκάζει τους μελετητές σε μία αφαιρετική διαδικασία προκειμένου να χρησιμοποιηθούν μόνο οι παράγοντες που ταιριάζουν στην διαδικασία ελέγχου με αποτέλεσμα τα συμπεράσματα να είναι εσφαλμένα αφού δεν γίνεται κατανοητή η επίδραση των μεταβλητών που ήταν αδύνατο να αξιοποιηθούν. (Κορλιούρος 2001: σελ. 73).

Ο αστικός σχεδιασμός πόλεων ανά την υφήλιο στηρίχθηκε σε μαθηματικά μοντέλα χωρικής ανάλυσης στα οποία απουσίαζαν τα κοινωνικού τύπου χαρακτηριστικά με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην εντατικοποίηση των κοινωνικών αντιθέσεων, ενώ επιδίωκαν το ακριβώς αντίθετο. Άρα «προκειμένου να εξηγήσουμε κάτι πρέπει απαραίτητα να ξεφύγουμε από το «γεωγραφικό επίπεδο» προς το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, ιστορικό» (Massey στο Λεοντίδου,Σκλιας 2001: σελ. 59).

Κατά συνέπεια η Ποσοτική Γεωγραφία απαντούσε μόνο σε εφήμερα ερωτήματα (Λεοντίδου 2005:σελ.185) και δεν έστρεφε το ενδιαφέρον της σε ζητήματα που απασχολούσαν το κοινωνικό γίγνεσθαι της συγκεκριμένης εποχής, είτε γιατί δεν είχε απαντήσεις, είτε γιατί δεν είχε το επιστημονικό ενδιαφέρον, είτε γιατί πιθανόν και να μην μπορούσε να τα εντάξει στο μεθοδολογικό της πλαίσιο. Αυτή η αδυναμία υπήρξε η βασική αιτία να ασκηθεί οξύτατη κριτική στην Ποσοτική Γεωγραφία αποτελώντας αφετηρία για την μετάβαση αρχικά στα μεταβατικά Παραδείγματα της Κριτικής Γεωγραφία και μετά στα μεταθετικιστικά Παραδείγματα.

Με την μετάβαση αρχικά στην Κριτική Γεωγραφία και στα μεταβατικά Παραδείγματα ο ανθρώπινος παράγοντας εισέρχεται στο επίκεντρο του γεωγραφικού ενδιαφέροντος και αρχίζει να μελετάται σε αλληλεξάρτηση με τις άλλες τρεις σημαντικές γεωγραφικές παραμέτρους: την κοινωνία, τις φυσικές συνθήκες και τον χώρο. Μία βασική έκφανση της Κριτικής Γεωγραφίας, η Συμπεριφορική Γεωγραφία λαμβάνει πρωταρχικά την ανθρώπινη αντίληψη για την διαμόρφωση του χώρου, δεν απορρίπτει τον θετικισμό όπως οι υπόλοιπες μεταβατικές τάσεις αλλά κάνει σαφή κριτική στην Ποσοτική Γεωγραφία και τον οικονομικό άνθρωπο προτάσσοντας το πρότυπο του κοινωνικού ανθρώπου (homo socialis).  

Παράλληλα ο λογικός θετικισμός ως επιστημολογικό εργαλείο απομπλέκεται από την μελέτη της σύγχρονης Ανθρωπογεωγραφίας και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα συνδυάζεται με το ευρύτερο κοινωνικό-ιστορικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται. Αναζητείται βέβαια ένα αντίστοιχο επιστημολογικό εργαλείο για να επικυρώσει την επερχόμενη νέα Γεωγραφία και αυτό θα είναι όπως θα δούμε παρακάτω ο κριτικός ρεαλισμός.

Καλούνται πλέον οι γεωγράφοι να ξεφύγουν από τα όρια του επιστημονικού τους κλάδου, να αποκτήσουν βασικές γνώσεις από όλους συσχετιζόμενους επιστημονικούς κλάδους (οικονομία, κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη) των οποίων η επιστημονική συμβολή βοηθά στην καλύτερη κατανόηση της ανάλυσης του χώρου και των φαινόμενων στο χώρο. Καλούνται να κατανοήσουν ότι η γεωγραφία έχει έναν διεπιστημονικό χαρακτήρα που εγκαθιδρύεται με τρόπο κυρίαρχο στην μελέτη της γεωγραφίας.

Ιδιαιτερότητες των μεταθετικιστικών παραδειγμάτων

Τα μετα-θετικιστικά ρεύματα την τρέχουσα περίοδο είναι υπό-διαμόρφωση και δεν έχουν σαφώς προσδιορισθεί, δεδομένης της συνεχής επεξεργασία τους. Άρα δεν αναφερόμαστε σε Παραδείγματα με την έννοια που τα θέτει ο Kuhn (1962). Ωστόσο το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν οι δύο βασικές μεταθετικιστικές τάσεις δείχνει να είναι σε αρκετά καλό βαθμό καθορισμένο. Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση και η «πολιτιστική στροφή» αποτελούν μία συνέχεια των δύο διαφορετικών μεταβατικών Παραδειγμάτων που είχαν τεθεί στο πλαίσιο της Κριτικής Γεωγραφίας, υιοθετώντας ένα μεγάλο τμήμα της επιχειρηματολογίας της Φιλελεύθερης Γεωγραφίας (για την πολιτικο-οικονομική) και της Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας (για την «πολιτιστική στροφή»). Έτσι η πολιτικο – οικονομική προσέγγιση θεωρεί ότι η χωρική συγκρότηση μπορεί να προέλθει μέσω της οικονομικής αναδιοργάνωσης ή αλλιώς την δομή, ενώ η «πολιτιστική στροφή» δίνει πρωτεύοντα ρόλο στην ανθρώπινη παρέμβαση. Σε αντίθεση με την σύγκρουση μεταξύ της Φιλελεύθερης και της Ριζοσπαστικής γεωγραφίας και κυρίως της παραφυάδας της τελευταίας, της Μαρξιστικής, που εμπεριέχουν και το έντονο πολιτικό στοιχείο, η σύγκρουση μεταξύ των δύο μεταθετικιστικών ρευμάτων χαρακτηρίζεται ήπια (Λεοντίδου, Σκλιας 2001: σελ. 68). Άρα το γεγονός ότι οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι δογματικές βοηθάει στην αποφυγή συγκρουσιακών καταστάσεων αλλά επιπλέον συμβάλει και στην ανταλλαγή στοιχείων τα οποία υιοθετούνται εκατέρωθεν στην διαμόρφωση των θεωριών και των μεθόδων των. Πέρα των δύο προαναφερθέντων τάσεων υπάρχει και μία τρίτη μεταθετικιστική τάση, η οικο-γεωγραφία, μετεξέλιξη της παλαιότερης οικολογικής τάσης της γεωγραφίας η οποία τονίζει την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την φύση.

Σημαντική είναι και η σχέση των τριών προαναφερθέντων μεταθετικιστικών ρευμάτων με τις άλλες επιστήμες. Η επίδραση της γεωγραφίας με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες είναι αμφίδρομη. Παραδείγματος χάριν, η «πολιτιστική στροφή» απορρίπτει τις γενικές θεωρίες προτείνοντας έναν διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης της Ευρωπαϊκής ιστορίας (Λεοντίδου,Σκλιας 2001: σελ. 68). Ενώ παράλληλα η επίδραση της γεωγραφίας στην μελέτη της κοινωνιολογίας, της πολιτικής επιστήμης και της οικονομικής επιστήμης είναι σημαντική και αυτό είναι εμφανές στην επεξήγηση της έννοιας της παγκοσμιοποίησης ως οικονομικό και κοινωνικό φαινόμενο που δείχνει με ξεκάθαρο τρόπο την διαπλοκή του τοπικού με το διεθνές τονίζοντας έτσι την αμφίδρομη σχέση μεταξύ γεωγραφίας και κοινωνίας (Λεοντίδου,Σκλιας 2001: σελ. 69).

Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση

Το μετά-θετικιστικό ρεύμα της πολιτικο-οικονομικής προσέγγισης έρχεται να επεξηγήσει σε γεωγραφικό επίπεδο τις επιπτώσεις της αλλαγής στην διαδικασία παραγωγής και την μετάβαση από φορντιστικο μοντέλο παραγωγής το οποίο ήταν στηριγμένο στην λογική της παραγωγής για-όταν-χρειαστεί (just-in-case), στο μετά-φορντιστικό μοντέλο παραγωγής της ευέλικτης συσσώρευσης στη λογική της παραγωγής τότε-που-χρειάζεται (just-in-time). Στο μετα-φορντιστικό μοντέλο η βιομηχανική μονάδα είναι αποκεντρωμένη όπου με την υιοθέτηση της just-in-time παραγωγικής διαδικασίας προωθείται επιπλέον και η διάσπαση χωρικά της μονάδας παραγωγής από την μονάδα αποθήκευσης. Αυτή η χωρική διαφοροποίηση ερμηνεύεται από την πολιτικο-οικονομική προσέγγιση. Ειδικότερα στο έργο της η γεωγράφος Doreen Massey (1984) για τους χωρικούς καταμερισμούς της εργασίας αποτυπώνει το αποκεντρωμένο σύστημα παραγωγής τονίζοντας ιδιαίτερα την επανεμφάνιση μορφών εργασίας της προ-βιομηχανικής εποχής όπως η άτυπη εργασία, η αυτοπασχόληση, η κατ’ οίκον εργασία, η υπεργολαβία αλλά και η επανάκαμψη των μικρών βιοτεχνικών μονάδων που παράγουν εξειδικευμένα προϊόντα για τις μεγάλες μονάδες παραγωγής.

Η νέα οικονομική γεωγραφία αποτυπώνει τα μεταφορντικά τοπία τα οποία χαρακτηρίζονται από τα κάτωθι γνωρίσματα:

Α) Επανεμφάνιση της έννοιας της βιομηχανικής ζώνης σε συγκεκριμένες περιοχές καθορισμένες από τις κυβερνήσεις, επονομαζόμενη γεωγραφική επανασυγκέντρωση.

Β) Απο-αστικοποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων προς επαρχιακές περιοχές όπου και διευκολύνεται η ευέλικτη εργασία

Γ) διαφοροποίηση των τόπων παραγωγής ανάλογα με την ιδιαίτερη ιστορία τους, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, δηλ. της διαπλοκής του διεθνούς με το τοπικό πλαίσιο παραγωγής.

Δ) Εισαγωγή της τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία.

Κριτικός ρεαλισμός

Το επιστημολογικό πλαίσιο που επικυρώνει την πολιτικο-οικονομική προσέγγιση είναι ο κριτικός ρεαλισμός, ο οποίος δέχεται την αντικειμενική ύπαρξη της πραγματικότητας που η γνώση προσπαθεί να καταλάβει, διατηρώντας μια οξεία κριτική διάσταση ωστόσο. Αντιτίθεται δριμύτατα στον θετικισμό, προσπαθεί να υπερβεί τον εμπειρισμό και διατηρεί κάποιες σχέσεις με την φυσιοκρατία. Σαν γνήσιος ρεαλισμός, δίνει μεγάλη σημασία στις δυνατότητες της αιτιώδους εξήγησης. Επιπλέον όμως, δέχεται την ερμηνευτική έννοια της πραγματικότητας που κατασκευάζεται κοινωνικά μέσω της επικοινωνίας. Αναζητά τις επιπτώσεις της παραγωγικής αναδιάρθρωσης στον γεωγραφικό χώρο και ερμηνεύει τα νέα τοπία που δημιουργήθηκαν μετά την κρίση του φορντισμού. Στο πλαίσιο του κριτικού ρεαλισμού αναδύεται η ανάλυση για τη χωρική διαίρεση.

Θεωρία της ρύθμισης

Επιπλέον με βάση την θεωρία της ρύθμισης επικυρώνεται το νέο εργασιακό πλαίσιο όπου οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης και παραγωγής δημιουργούν μια νέα χωροθέτηση της εργασίας. Η θεώρηση της ρύθμισης για να εξηγήσει τη σταθερότητα του καπιταλισμού για σχετικά μεγάλες χρονικές περιόδους εισάγει την έννοια του «καθεστώτος συσσώρευσης» (regime of accumulation) που περιλαμβάνει συγκεκριμένους «τύπους ρύθμισης» (modes of regulation), οι οποίοι αποσκοπούν στη διευθέτηση των κοινωνικών και οικονομικών συγκρούσεων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η θεωρία της ρύθμισης υποστηρίζει ότι η μεταπολεμική σταθερότητα και μεγέθυνση των προηγμένων καπιταλιστικών οικονομιών στηρίχθηκε στο φορντικό καθεστώς συσσώρευσης με τύπους ρύθμισης όπως η μαζική κατανάλωση και η λειτουργία του κεϋνσιανού κράτους πρόνοιας. Η συγκεκριμένη θεώρηση επισημαίνει ότι η διαδικασία αναδιάρθρωσης τη δεκαετία του 1980 υποδηλώνει την κρίση του φορντισμού αλλά και των κευσιανών πολιτικών ρύθμισης και την αναγκαιότητα για την εγκαθίδρυση του μεταφορντικού καθεστώτος συσσώρευσης που θα περιλαμβάνει νέο τύπο ρύθμισης τόσο των οικονομικών δραστηριοτήτων όσο και των εργασιακών σχέσεων. Η κυριότερη όμως συνεισφορά της θεωρίας της ρίθμησης είναι η ανάλυση και η ερμηνεία της διαφοροποίησης των τόπων ως στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης με βάση την ιστορία τους.

Δυνατότητες και περιορισμοί της πολιτικο-οικονομικής προσέγγισης – Παραδείγματα από τον μεσογειακό χώρο

Το φορντικό μοντέλο δεν είχε εφαρμογή στις μεσογειακές πόλεις δεδομένης της μη βιομηχανοποίησης των περιοχών της Μεσογείου την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης 18ος- 19ος αιώνας. Θεωρητικά το μετα-φορντικό μοντέλο φέρων την λογική της αποκέντρωσης θα μπορούσε να ευνοήσει την ανάπτυξη των μεσογειακών περιοχών. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι κάποια χαρακτηριστικά της πολιτικο-οικονομικής προσέγγισης παρατηρούνται στις μεσογειακές χώρες προτού καθιερωθεί ο όρος, στην ουσία η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση περιορίζεται ως προ την εφαρμογή της αναφορικά με τις μεσογειακές χώρες. Η Λεοντίδου αναφέρει σχετικά για την χωρική διάσταση της εργασίας και ιδιαίτερα την επανεμφάνιση μορφών εργασίας όπως η άτυπη εργασία «ότι η πιο πρόσφατη στατιστική της ΕΕ φέρει την Ελλάδα πρώτη χώρα σε άτυπη εργασία (αδήλωτη, «μαύρη» όπως την ονομάζουν πολλοί) ανάμεσα στις 25, με 20% του ΑΕΠ» (Λεοντίδου 2005:σελ.241-242). Το παράδοξο σε σχέση με τις βασικές αρχές της πολιτικο-οικονομικής προσέγγισης είναι ότι δεδομένης της διαδικασίας αποκέντρωσης της παραγωγικής δραστηριότητας λογικά θα ήταν αναμενόμενο να ενισχυθούν οι μεσογειακές χώρες σε σχέση με τον βορρά. Αντ’ αυτού παρατηρείται η αποκέντρωση της παραγωγής από τον βορρά προς τον βορρά με αποτέλεσμα ο μεσογειακός χώρος να παραμένει βιομηχανικά υπανάπτυκτος. Αυτόματα η παραπάνω παρατήρηση δείχνει ένα σαφή περιορισμό της πολιτικο-οικονομικής προσέγγισης δεδομένου ότι δεν επιτρέπει την ανεξάρτητη ανάπτυξη της οικονομίας δείχνοντας ότι η παγκοσμιοποίηση, εμφανές χαρακτηριστικό του μετα-φορντιστικού πλαισίου οργάνωσης της παραγωγής, διατηρεί ισχυρό τον ισχυρό, την περίπτωση μας τον Ευρωπαϊκό βορρά έναντι του μεσογειακού Νότου. Οι έδρες των επιτελικών γραφείων των πολυεθνικών καθώς και οι πόλεις του χρηματιστικού κεφαλαίου εξακολουθούν να παραμένουν οι πόλεις του Βορρά. (Λεοντίδου 2005: σελ. 243).

Αναφορικά με τις μεσογειακές χώρες στην Ελλάδα παρατηρείται αποβιομηχάνιση των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά αντί η παραγωγή να μετακινηθεί προς τις επαρχιακές πόλεις, όπως συμβαίνει σε χώρες του βορρά, μετακινείται προς τρίτες χώρες ενώ αυτό ταυτόχρονα διογκώνεται η άτυπη οικονομία.

Στην Ιταλία που είναι εμφανής η άνιση ανάπτυξη Βορρά – Νότου η κυβερνητική προσπάθεια ανάπτυξης του νότου στηρίχθηκε σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα του οποίου τα έργα υποδομής αντί να αμβλύνουν τις διαφορές ενίσχυσαν οικονομικά τον βορρά ωθώντας το σχέδιο σε κατάρρευση. Η δε βιομηχανίες του βορρά προτίμησαν την αποκέντρωση και την ευέλικτη συσσώρευση εκμεταλλευόμενες το εργατικό δυναμικό σε επαρχιακές πόλεις του βορρά από τα μεγάλα βιομηχανικά αστικά κέντρα του Μιλάνου και του Τορίνο, προκειμένου να απεγκλωβιστούν από τις δυσκολίες που τους προκαλούσε η δραστηριότητα των συνδικάτων. Και πάλι ο νότος δεν ευνοήθηκε. (λεοντίδου 2005: σελ. 251)

Σύνοψη

Το μεταπολεμικό Παράδειγμα της Ποσοτικής Γεωγραφίας κυριαρχεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 60, δίνοντας έμφαση στην χωρική ανάλυση με την βοήθεια του λογικού θετικισμού προσπαθεί να εντάξει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε μαθηματικά μοντέλα παρουσιάζοντας τον homo economicus και δέχεται την έντονη κριτική. Αναδεικνύεται μία έντονη ανάγκη μελετηθεί περισσότερο ο ανθρώπινος παράγοντας σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους γεωγραφικούς παράγοντες της κοινωνίας, του χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος. Η Γεωγραφία περνάει σε μία πιο ανθρωποκεντρική και διεπιστημονική θεώρηση, στην λεγόμενη Κριτική Γεωγραφία. Συγκροτούνται ένα σύνολο μεταβατικών Παραδειγμάτων (Συμπεριφορική, Ανθρωπιστική, Φιλελεύθερη, Ριζοσπαστική Γεωγραφία) τα οποία με διαφορετικές οπτικές και διαφορετικού βαθμού κριτικές στάσεις έναντι της Ποσοτικής Γεωγραφίας θέτουν τον παράγοντα ανθρώπινη αντίληψη στην πηγή της βασικής μελέτης της Γεωγραφίας. Σταδιακά τα μεταβατικά Παραδείγματα ξεπέρνιουνται για να φθάσουμε την δεκαετία του 1990 στα μεταθετικιστικά παραδείγματα κυριότερα των οποίων είναι η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση και η «πολιτιστική στροφή». Κοινό τους στοιχείο η διεπιστημονικότητα της Γεωγραφίας και η μελέτη της σχέσης του χώρου με την κοινωνία, διαφοροποιοτικό τους στοιχείο ο τρόπος με τον οποίο θα μελετηθεί αυτή η σχέση. Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση εμμένει δομικά μέσω της οικονομικής αναδιοργάνωσης ενώ η «πολιτιστική στροφή» στην ανθρώπινη παρέμβαση.

Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση είναι το πλέον έγκυρο Παράδειγμα αναζητώντας τις επιπτώσεις τις παραγωγικής αναδιοργάνωσης στο γεωγραφικό χώρο.  Η πολιτικο-οικονομική προσέγγιση με την αναδιάρθρωση της οικονομίας, την αποκέντρωση της βιομηχανίας και την ευέλικτη συσσώρευση αναδιατάσει την παραγωγική δραστηριότητα στον χώρο συνεχίζοντας όμως να προκαλέι άνιση ανάπτυξη, αυτή τη φορά ανάμεσα στις νέες δυναμικές περιοχές και τις υπάρχουσες προβληματικές περιοχές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Μεσογειακές περιοχές και ιδιαίτερα η Ελλάδα και η Νότια Ιταλία όπου οι διάφορες πολιτικές οικονομικής αναδιοργάνωσης και εφαρμογής της ευέλικτης συσσώρευσης δεν πέτυχαν να βελτιώσουν την οικονομική θέση τους απέναντι στον ανεπτυγμένο Βορρά.

Bιβλιογραφία

Λεοντίδου Λ., Σκλιας Π. 2001, Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης – Εγχειρίδιο Μελέτης, Ανθρωπογεωγραφία, Εγχειρίδιο Μελέτης, ΕΑΠ, Πάτρα.

Λεοντίδου Λ. 2007 (Γ’ Έκδοση), Αγεωγράφητος Χώρα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Κορλιούρος Η., 2001, Διαδρομές στις θεωρίες του χώρου – Οικονομικές Γεωγραφίες της Παραγωγής και της Ανάπτυξης, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Βαλλιάνος Π. 2004, Φιλοσοφία στην Ευρώπη: Νεότερα και σύγχρονα ρεύματα (19ος - 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα.

 

 



[1] Χωρική Ανάλυση: «η συστηματική ανάλυση που τείνει να «εξηγεί» την ανθρώπινη συμπεριφορά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εκφράζεται στο χώρο, με μαθηματικούς και γεωμετρικούς όρους» (Λεοντίδου, 2005:σελ. 107)

[2]  Το φιλοσοφικό κίνημα του Λογικού θετικισμού αναπτύχθηκε στις γερμανόφωνες χώρες στις αρχές του 20ου αιώνα με επίκεντρο τον κύκλο της Βιέννης. Βασική παραδοχή του λογικού θετικισμού σύμφωνα με έναν από τους ιδρυτές στου κύκλου, Rudolf Carnap είναι « ότι η εκ των προτέρων συνθετική γνώση είναι αδύνατη». Πρόκειται για μία γνωσιοθεωρία που μετατοπίζει την προβληματική από την έννοια της αλήθειας στην έννοια του νοήματος. Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσεις σε πειραματική επαλήθευση μία θεωρίας για να βρεις αν είναι αληθής ή ψευδής αν οι βασικοί ισχυρισμοί της δεν έχουν νόημα. (Βαλλιάνος 2001: σελ. 133-134)

[3] Επιστημολογία: «είναι μία θεωρία που επιδιώκει να καθορίσει τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο πεδίο της γνώσης (έννοιες, προτάσεις κλπ) και στο πεδίο των αντικειμένων (εμπειρίες, πράγματα)» (Λεοντίδου – Σκλιας, 2001: σελ. 50)

[4] Παράδειγμα καλείται ένα σύμπλεγμα ερμηνευτικών προσεγγίσεων και μεθοδολογικών συμβάσεων με βάση το οποίο ερμηνεύεται κάθε φορά η φυσική πραγματικότητα και καθορίζεται η ερευνητική συμπεριφορά της επιστημονικής κοινότητας. (Βαλλιάνος 2001: σελ. 173-174). Η συγκεκριμένη ορολογία στην επιστημολογία δόθηκε από τον επιστημολόγο Thomas Kuhn στο έργο του «Δομή των επιστημονικών Επαναστάσεων» (1962). Υιοθετήθηκε από αρκετούς γεωγράφους στην επιχειρηματολογία τους αναφορικά με την διαδοχή των επιστομολγικών μεθοδολογιών στην επιστήμη της Γεωγραφίας.

[5] Φορντισμός: Ένα καθεστώς συσσώρευσης που έλκει την εννοιολογική του ερμηνεία από τις τεχνικές και κοινωνικοοικονομικές αρχές που επέβαλε στην αυτοκινητοβιομηχανία του ο μεγαλοεπιχειρηματίας Ερ. Φορντ, οι οποίες επικράτησαν στη συνέχεια σε πολλούς τομείς της οικονομίας (Λεοντίδου– Σκλιας, 2001: σελ. 53)

Δεν υπάρχουν σχόλια: