Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Πηγαίνοντας στην δουλειά

Τα πρωινά μου είναι διαφορετικά από των περισσότερων εργαζομένων, όχι γιατί δεν εργάζομαι, αλλά γιατί πηγαίνω στην εργασία μου με τα πόδια. Το καλό είναι ότι κάθε πρωί κάνω κατά κάποιον τρόπο γυμναστική. Το πληκτικό είναι ότι κάνω κάθε μέρα τον ίδιο δρόμο, παρατηρώ τους ίδιους επαγγελματίες, τα ίδια κτίρια, περνάω τους ίδιους δρόμους και σταματώ στα ίδια φανάρια. Και πάντα κάνω τον ίδιο χρόνο να φτάσω στην δουλειά μου.

Στην πορεία μου το πρώτο που συναντώ είναι το θέατρο του Νέου Κόσμου όπου συνήθως τα απογεύματα, κατά την επιστροφή μου, πετυχαίνω τους ηθοποιούς να χαλαρώνουν από τις πρόβες στην μικρή αυλή. Μετά είναι το συνεργείο με τον Ζώη, τον νεαρό μαθητευόμενο του ιδιοκτήτη. Αυτό το ταλαιπωρημένο νιάτο το συναντώ τόσο το πρωί όσο και το απόγευμα, πρέπει να του πίνει τον ιδρώτα ο συνεργειάς. Στην συνέχεια είναι ο χαλαρός κύριος του διπλανού πάρκινγκ. Πρέπει να είναι η πιο βαρετή δουλειά του κόσμου αυτή. Να κάθεσαι και να περιμένεις. Μια φορά τον πέτυχα να ακούει όπερα και μου έκανε εντύπωση γιατί συνήθως το πρωί βλέπει Παπαδάκη στον ΑΝΤ1. Ας είναι, μία αλλαγή είναι καλή που και πού. Ανεβαίνοντας την Καλλιρρόης περνάω το φανάρι έξω από τον σταθμό Συγγρού - Φιξ και κατευθύνομαι παράλληλα στην Συγγρού προς το φανάρι της Βούρβαχη. Εκεί συναντάω τους αγχωμένους και κατά πολύ κακοπληρωμένους εργαζόμενους των εκεί τραπεζών, στριμωγμένους μέσα στα κουστούμια και τα ταγεράκια από τον Zara να τρέχουν να χτυπήσουν τις κάρτες τους. Διασχίζοντας την Βούρβαχη και περνώντας στην Φαλήρου βρίσκω τον «καφενέ του ταξιτζή» με αργόσχολους συνταξιούχους ταξιτζήδες να διαβάζουν τις απαράδεκτες αθλητικές φυλλάδες και να σχολιάζουν το απαράδεκτο ελληνικό κλωτσόσφαιρο. Πιο κάτω είναι η πιο grande φιγούρα του δρόμου. Ο κοντεριτζής Σταμάτης με το μονίμως απελπισμένο βλέμμα και μία απορία, του τι ζητάω εγώ εδώ, ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Ανεβαίνοντας προς την Μακρυγιάννη είναι αραδιασμένα μερικά σαντουιτσάδικα και φαγάδικα. Το πιο ενδιαφέρον είναι το "Oινο - μαγειρείο των Θεών" όπου ο ιδιοκτήτης του μοιάζει με τον Ευγένιο Σπάθαρη αφού κοιτάω πάντα μέσα να δω αν σερβίρει ο Χατζηαβάτης. Στο everest τσιμπάω κάθε Πέμπτη την athens voice και την lifo (να ενημερωνόμαστε και λίγο σοβαρά). Απέναντι το νέο μουσείο σηκώνεται απειλητικά. Αυτό το beton-arme κτίσμα μου προκαλεί μία δυσανασχέτηση. Δεν ταιριάζει εδώ. Είναι τεράστιο, απρόσωπο, βαρύ, απειλητικό. Στην γωνία με την Διονυσίου Αεροπαγήτου πετυχαίνω κάθε πρωί μία κυρία που ζητιανεύει. Κάθε φορά την κοιτώ, με κοιτά με ένα μοιρολατρικό βλέμμα. Δεν της έχω δώσει ποτέ λεφτά (δεν μου πάει). Ανεβαίνοντας προς της Πλάκα η καρδιά μου αγαλλιάζει. Λες και αφήνω μία πόλη για να μπω σε ένα χωριό. Μονοκατοικίες νεοκλασσικές με τα ακροκέραμα. Πολλές από αυτές ανακατασκευάζονται. Άλλες για να φιλοξενήσουν οικογένειες αλλά οι περισσότερες για να γίνουν επιχειρήσεις. Έστω. Περνώντας στην Αδριανού παρατηρώ τους τουριστο-μαγαζάτορες να ανοίγουν τα καταστήματα να πουλήσουν τα διάφορα (κακόγουστα εν γένει) αναμνηστικά στους τουρίστες. Λίγο πριν την διασταύρωση με την Ναυάρχου Νικοδήμου είναι το σουβλατζίδικο του Κώστα. Μία μικρή τρύπα που ίσα χωρά το νεαρό ζευγάρι που το έχει. Καλόκαρδοι και ευχάριστοι τύποι, πάντα έχουν κόσμο. (Έχω ακούσει ότι έχει από τα καλύτερα σουβλάκια). Μετά στην Αγίας Φιλοθέης και πριν την φτάσω στην δουλειά περνάω έξω από το αρχιεπισκοπικό μέγαρο. Συνήθως είναι αραγμένη η Crysler του Χριστόδουλου (μες στην χλίδα ο Αρχι-παπάς). Τριάντα βήματα πιο κάτω μπαίνω στο γραφείο μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: