Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Εμπειριστές και Ορθολογιστές τον 17ο αιώνα

Εισαγωγή

«Από την στιγμή που αμφισβητείς, σκέπτεσαι.
Και αν σκέπτεσαι θα πει πως υπάρχεις»
Καρτέσιος

Κατά τον 17ο αιώνα μεταβάλλονται οι σκοποί και τα ενδιαφέροντα της φιλοσοφίας και συνάδουν με την επικράτηση της νέας επιστήμης. Οι κατακτήσεις της πειραματικής μεθόδου οδήγησαν την επιστήμη στο να αποτελέσει την κύρια δύναμη για την πρόοδο της κοινωνίας. Η φιλοσοφία πλέον ακολουθεί σε δευτερεύον ρόλο και διαμορφώνεται μία νέα σχέση μεταξύ των δύο αυτών διανοητικών κόσμων.
Η επιστήμη αποβάλει την εξάρτηση της από την μεταφυσική τέμνοντας τους δεσμούς της με την φιλοσοφία, συνάπτοντας νέες σχέσεις μαζί της και εξαναγκάζοντας την να την ακολουθεί μετατρεπόμενη σε «θεραπαινίδα της[1]». Η φιλοσοφία μετασχηματίζεται πλέον σε επιστημολογία και «προσπαθεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ανθρώπινο λογικό[2]», έχοντας απολέσει τον μεταφυσικό της λόγο, χάνοντας και το δικαίωμα να καθορίζει την νομοτέλεια του φυσικού γίγνεσθαι.
Στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα παρουσιαστεί ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύονται τον «φυσικό νόμο» οι δύο διαφορετικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις της επιστήμης που επικρατούν κατά τον 17ο αιώνα στην Ευρώπη, το κίνημα του ορθολογισμού και η γνωσιολογία του εμπειρισμού. Πριν εισαχθούμε σε μία περαιτέρω ανάλυση κρίνεται σκόπιμη μία οριοθέτηση των τριών προαναφερθεισών εννοιών.
Η αρχική έννοια που χρίζει ορισμού είναι η αυτή του «φυσικού νόμου». Ως «φυσικό νόμο» μπορεί να θεωρηθεί η μαθηματική κανονικότητα που διέπει την φύση, η, κατά τους πυθαγόρειους φιλοσόφους, ορθότητα μίας μαθηματικής σχέσης που ταιριάζει με τα φυσικά φαινόμενα, η αιτιακή εξήγηση μίας ολόκληρης κατηγορίας φαινομένων. Το χρονικό σημείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται η έννοια του «φυσικού νόμου» είναι με τη διατύπωση από τον Κέπλερ (Johannes Kepler, 1571-1630) των τριών νόμων της κίνησης των πλανητών.
Εν συνεχεία ορίζοντας τις δύο εκφάνσεις της νεωτερικής φιλοσοφίας μπορούμε να διακρίνουμε και την ειδοποιό διαφορά τους. Ο ορθολογισμός ως φιλοσοφική θεώρηση τονίζει τον κεντρικό ρόλο του λογικού στην διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης ενώ εμπειρισμός προβάλει την επίδραση των αποτελεσμάτων της αισθητηριακής παρατήρησης στην διανοητική θεώρηση. Παράλληλα οι δύο αυτές φιλοσοφικές τάσεις όρισαν και δύο φιλοσοφικές σχολές, «την αγγλική σχολή, την οποία η περισσότεροι ταύτιζαν με την εμπειρική μέθοδο, και μία γαλλική που επαινούσε φανατικά τον Καρτέσιο και που κατέληξε να την συνδέουν μάλλον με την παραγωγική μέθοδο[3]».

Οι Εμπειριστές

Ο «ποιητής» της επιστημονικότητας Francis Bacon

Ο θεμελιωτής της εμπειρικής γνωσιολογίας θεωρείται ο Άγγλος νομικός και φιλόσοφος Francis Bacon (1561-1626), «μία αμφιλεγόμενη μορφή στην ιστορία της επιστήμης[4]», ο οποίος αν και δεν υπήρξε επιστήμονας ωστόσο υπήρξε ο κατεξοχήν «προπαγανδιστής της επιστήμης και της γνώσης[5]» ταυτίζοντας την με την συστηματική παρατήρηση. Ο εμπειρισμός του είναι μεθοδολογικός σύμφωνα με τον Woolhouse[6] και αυτό εκφράζεται με την οριοθέτηση της μεθόδου της εμπειρικής επαγωγής (induction) την οποία και θεωρεί ως τον μοναδικό τρόπο επεξεργασίας των εμπειρικών δεδομένων και την οποία κυριολεκτικά θεοποιούσε σύμφωνα με τον Butterfield[7]. Η επαγωγή, «ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο παράγονται οι γενικές έννοιες από την εμπειρία[8]», κρίνεται ικανή κατά τον Bacon να ορίσει τον «φυσικό νόμο» σε αντίθεση με την αριστοτελική λογική που μέχρι τότε επικρατούσε και για την οποία ο Bacon εκφράζει έντονη και άδικη, σύμφωνα με τον Losee[9], πολεμική επειδή δεν δίνει έμφαση στις πρακτικές εφαρμογές της επιστημονικής γνώσης. Παράλληλα ο Bacon κατηγορεί τον Αριστοτέλη ότι είχε περιορίσει την επιστήμη στην απαγωγική λογική, παράγοντας συμπεράσματα από πρώτες αρχές και όχι από την εμπειρία[10].
Προτείνει μία μέθοδο επιστημονικής εργασίας μέσω της συλλογής μίας επαρκούς βάσης εμπειρικών δεδομένων με την οποία μπορούν να ορισθούν γενικοί νόμοι πάνω σε ένα υπόβαθρο συγκεκριμένων και επιμέρους παρατηρήσεων. Ο Bacon στο έργο του Νέο Όργανο (1620) θέτει στο κέντρο της νόησης του την επιστήμη θεωρώντας ότι ο σκοπός κάθε διανοητικής δραστηριότητας του ανθρώπου πρέπει να είναι ο έλεγχος της φύσης και η χρήσης της προς όφελος του. Η διατύπωση του ρητού «η γνώση είναι δύναμη» εμπερικλείει στην παραπάνω θέση του η οποία για να είναι αναγκαίος ο καθαρισμός του ανθρώπινου νου από τις προκαταλήψεις, είδωλα τα ονομάζει ο Bacon (είδωλα του σπηλαίου, της φυλής, της αγοράς και του θεάτρου), που έχουν καθιερωθεί από την λογική μέθοδο εμποδίζοντας την πρωτογενή φυσική εμπειρία.
Κατά τον Bacon η χρήση της λογικής μόνο για την επεξήγηση της φύσης δεν είναι εφικτή να ορίσει τον «φυσικό νόμο» διότι «ο νους αποκόπτεται από την φύση και εγκλωβίζεται στην κενολογία[11]». Ο Bacon εναντιώνεται στους ορθολογιστές αλλά δεν παραγνωρίζει τον ρόλο του νου. Για να οριστεί ο φυσικός νόμος αιτείται ο νους να παρακολουθεί την εμπειρία και να προσαρμόζεται σε αυτήν. Για τον Bacon η χρήση της λογικής γίνεται εκ των υστέρων ως αποτέλεσμα της συναγωγής των εμπειρικών παρατηρήσεων οι οποίες υπόκεινται «κατάλληλης αξιολόγησης και επεξεργασίας[12]».
Ο Bacon απέτυχε όμως να συστηματοποιήσει τον εμπειρισμό ως γνωσιολογική θεώρηση κυρίως γιατί δεν εισέρχεται στην θεωρητική κατανόηση της ανάγκης του πειράματος. Αυτός που έρχεται να συστηματοποιήσει την γνωσιολογία του εμπειρισμού είναι ο επίσης Άγγλος John Locke (1632-1704), ο επονομαζόμενος και ως «Νεύτων της μεταφυσικής».
Ο Locke θέτει στο κέντρο της φιλοσοφικής του θεώρησης την εξίσωση της γνώσης με την εμπειρία. Για τον Locke ότι δεν μπορεί να ορισθεί εμπειρικά είναι εξ’ ορισμού άγνωστο. Εναντιώνεται στους ορθολογιστές που θεωρούσαν την ύπαρξη ιδεών έμφυτες στο λογικό, θεωρώντας ότι η αρχική κατάσταση του νου είναι ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποία αποτυπώνονται καθώς εισρέουν πληροφορίες που παρέχουν οι αισθήσεις ενσωματώνοντας τον άνθρωπο στον φυσικό του περίγυρο.
Παρά την αντίθεση του με τους ορθολογιστές ο Locke αποδέχεται τον διαχωρισμό των ιδιοτήτων ενός αντικειμένου σε πρωτογενής και δευτερογενής που έθεσε ο Καρτέσιος, αλλά προσεγγίζει τις πρωτογενείς ιδιότητες των σωμάτων μέσω ποσοτικών μετρήσεων και συνάγει διαφορετικά συμπεράσματα.
Ο Locke στο έργο του Δοκίμιο αναφερόμενο στην ανθρώπινη κρίση (1690), θεωρεί ότι ο ανθρώπινους νους είναι ικανός να παράγει αλήθεια επεξεργαζόμενος τα πρωταρχικά δεδομένα που παρέχουν οι αισθήσεις και εργαζόμενος πάνω σε αυτά. Η παραπάνω θεώρηση αποτελεί την βάση του κλασσικού εμπειρισμού και βασίζεται στην αρχή της συνδυαστικότητας. Για τον Locke ο συνδυασμός εμπειρίας και λογικής ικανός να ορίσει τον «φυσικό νόμο», δηλαδή να παράγει προτάσεις που περιγράφουν τον κόσμο και την φύση, συνδυάζοντας με κατάλληλους τρόπους τις πληροφορίες που μεταφέρουν οι αισθήσεις[13].
Για τον Locke η γνωσιολογία του εμπειρισμού στηρίζεται στην ιδέα ότι οι αισθήσεις παρέχουν μεμονωμένα δεδομένα τα οποία ο νους συνδυάζει εκ των υστέρων κατασκευάζοντας αναπαραστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Ο Locke εισάγει την κριτική σκέψη για την εμβέλεια του επιστημονικού λόγου παρουσιάζοντας την ως μία δραστηριότητα ατελής και περιορισμένη.
Ωστόσο ο εκπρόσωπος του εμπειρισμού που προσεγγίζει την γνωσιολογία του από μία ποιο σκεπτική πλευρά είναι ο Σκώτος David Hume (1711-1776) με τα έργα του Πραγματεία στην ανθρώπινη φύση(1740) και τις δύο έρευνες για την ανθρώπινη νόηση (1748) και την ηθική (1751) με τις οποίες εισάγει το πάθος στην νοητική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον Warburton[14] η έννοια του σκεπτικισμού υποστηρίζει ότι πάντοτε θα συντρέχουν λόγοι αμφισβήτησης ακόμα και για τις πιο θεμελιώδεις πεποιθήσεις στον κόσμο. «O Hume επέκτεινε και έκανε συνεπή τον σκεπτικισμό που είχε εισάγει στην προσέγγιση του για την γνώση στην φύση ο Locke»[15].
Ο Hume όπως και ο Locke εμπιστευόταν τα δεδομένα της εμπειρίας αλλά ήταν αρκετά σκεπτικιστής και δύσπιστος με τις θέσεις των ορθολογιστών σχετικά με την ισχύ του νου. Επίσης εναντιωνόταν και στην επαγωγική μέθοδο που όρισε ο Bacon και θεμελίωσε ο Locke ως ενοποιητικό στοιχείο για την θεμελίωση της επιστήμης.
Ο Hume αποδέχεται την κριτική που ασκεί ο τρίτος μεγάλος φιλόσοφος του αγγλοσαξονικού εμπειρισμού και ιδρυτής του εμπειρικού ιδεαλισμού επίσκοπος George Berkeley (1685-1753) στον Locke σχετικά με την θέση του: «ότι δεν μπορεί να αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει». Ο Hume ωστόσο υιοθετεί μία ενδιάμεση θέση ανάμεσα στον ρεαλισμό του Locke και στον ιδεαλισμό του Berkeley, «την αναγωγή δηλ. του υλικού πράγματος σε πλέγμα υποκειμενικών αντιλήψεων[16]», και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ένας υλικός κόσμος ανεξάρτητος από τα αισθητήρια μας διαμορφώνοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο τον γνωσιολογικό σκεπτικισμό.
Ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος Καρτέσιος (Rene Descartes, 1596-1650) άσκησε καθοριστική επιρροή στο σύνολο του δυτικού κόσμου αποτελώντας την κυρίαρχη μορφή μίας διαφορετικής προσέγγισης της επιστήμης σε σχέση με τον επαγωγισμό που πρέσβευε ο Bacon την εποχή εκείνη. «Αφετηριακή παραδοχή του καρτεσιανισμού είναι ότι τα περιεχόμενα της εμπειρίας δεν μπορούν να αποτελέσουν το θεμέλιο για την θεωρητική κατανόηση των φυσικών νομοτελειών[17]». Αν και ο Καρτέσιος συμφωνεί με τον Bacon σχετικά με την διαμόρφωση μίας πυραμίδας προτάσεων με κορυφή τις πιο γενικές αρχές ως επιστημονικό επίτευγμα[18], ωστόσο ακολουθεί τον αντίθετο δρόμο από αυτό του Bacon, από την κορυφή προς την βάση της πυραμίδας. Για τον Καρτέσιο η επαγωγική μέθοδος που πρεσβεύει ο Bacon και οι άλλοι εμπειριστές και η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αισθήσεις, χαρακτηρίζεται αναποτελεσματική. Ο Καρτέσιος θεωρεί τους δέκτες των αισθήσεων (όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση) ως αναξιόπιστους μάρτυρες και ως εκ τούτου το αποτέλεσμα μπορεί να βρίθει συγχύσεων και πλανών με συνέπεια να μην επιτυγχάνεται μία ακριβής περιγραφή φαινόμενων και να διαμορφώνεται μία υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων και ενδεχόμενα μία ψευδαίσθηση.
Ο Καρτέσιος αιτιολογεί τον αποκλεισμό της εμπειρίας από την διαδικασία παραγωγής της αλήθειας με τον να διακρίνει τις ιδιότητες των φυσικών σωμάτων σε πρωταρχικές και δευτερογενείς κατατάσσοντας στις δεύτερες αυτές τις ιδιότητες που μπορούν να γίνουν αντιληπτές χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις. Εν αντιθέσει οι πρωταρχικές ιδιότητες ενός φυσικού σώματος είναι αυτές που μπορούν να εκφραστούν μέσω των εννοιών της γεωμετρίας δίνονται κατά αυτόν τον τρόπο μία μαθηματική διάσταση της διανοητικής εργασίας.
Ο Καρτέσιος πραγματεύεται τον φυσικό νόμο «μέσα από τη μεθοδική χρήση του λογικού, ανεπηρέαστου από τις παρεμβολές της εμπειρίας[19]». Για τον Καρτέσιο όμως δεν αρκεί η έμφαση στον λόγο για την κατάκτηση της αλήθειας, απαιτείται και ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η διανοητική δραστηριότητα. Έμφαση στον λόγο είχαν και οι αρχαίοι, σύμφωνα με τον Καρτέσιο, αλλά επέτυχαν επιστημονικά διότι δεν ακολουθούσαν μία ορθή μέθοδο. Θεωρώντας ότι απαιτείται μία νέα μέθοδος πάνω στην οποία θα θεμελιωθεί το οικοδόμημα της γνώσης, στο έργο του Περί μεθόδου Λόγος (Discours de la methode, 1637), εισάγει ως τρόπο διανοητικής εργασίας την λογική παραγωγή ή απαγωγή (deduction), «απαιτώντας οι γενικές αρχές στην κορυφή της πυραμίδας να είναι βέβαιες, αναμφισβήτητες[20]» και προτείνει ως μέσο την χρήση των μαθηματικών για την δόμηση της φιλοσοφικής σκέψης.
Η απαγωγική μέθοδος που προτείνει ο Καρτέσιος παρουσιάζει τα ακόλουθα στάδια: α) Η αναγωγή: Η λογική επιστρατεύει την αναλυτική μέθοδο και αναγάγει τα σύνθετα φαινόμενα στα στοιχειώδη συστατικά τους. β) Η σύνθεση: η ανασύσταση των πολύπλοκων συνόλων από μεμονωμένα στοιχεία και γ) η επαλήθευση με σκοπό την έλεγχο της εγκυρότητας της γνώσης και των εντοπισμό ενδεχόμενων σφαλμάτων.
Ο Καρτέσιος επηρεαζόμενος και από τον Γάλλο σκεπτικιστή φιλόσοφο και δοκιμιογράφο Michel de Montaigne (1533-1592), εισάγει τον σκεπτικισμό στην επιστημολογία και αποδέχεται ως αληθείς τις προτάσεις που κρίνει ότι είναι πέρα από κάθε αμφιβολία και μπορούν να οδηγήσουν με απόλυτη βεβαιότητα στην γνώση. Η ουσία της διδασκαλίας του Καρτέσιου πραγματώνεται στην λογική δομή της γνωστής ρήσης του: «από την στιγμή που αμφισβητείς, σκέπτεσαι. Και αν σκέπτεσαι θα πει πως υπάρχεις», εκφράζοντας κατά αυτόν τον τρόπο ότι η αμφισβήτηση οδηγεί τον λογισμό, που αν λειτουργεί ορθά οδηγεί στην αλήθεια και κατ’ επέκταση οδηγεί στην γνώση.
Η φιλοσοφική σκέψη όμως του Καρτέσιου είναι κατά κύριο λόγο μαθηματικογενής, εξάλλου ο ίδιος έθεσε και τα θεμέλια της αναλυτικής γεωμετρίας, και αδυνατεί να ορίσει τον φυσικό νόμο επαρκώς «υπερασπιζόμενος μία καθαρά μηχανιστική άποψη για την σχέση αιτίου-αιτιατού[21]». Αποτυγχάνει να σταθεί ως φυσική θεωρία διότι: α) αδυνατεί να κατανοήσει την σχέση θεωρίας και πειράματος, β) θεωρεί ότι οι έννοιες της έκτασης και της κίνησης είναι a priori αλήθειες, γ) αρνείται να αποδεχθεί την ύπαρξη του κενού δ) θεωρεί ότι καθοριστικό παράγοντας της σύγκρουσης είναι το μέγεθος και όχι το βάρος και ε) δεν επιτρέπει την αντίληψη της φύσης ως «μία σφαίρα δυναμικών μετασχηματισμών και διαδράσεων[22]».
Οι μεταφυσικοί Leibniz και Spinoza
Στην αδυναμία αυτή της καρτεσιανής θεώρησης έρχεται να ασκήσει κριτικό έλεγχο ο Γερμανός φιλόσοφος και οπαδός του ορθολογικού ρεύματος Gottfried Wilhelm Leibniz (1646-1716). Για να αντιμετωπίσει την λογική προφάνεια που υποστηρίζει αξιωματικά ο Καρτέσιος, ο Leibniz εισάγει την έννοια της λογικώς αναγκαίας αλήθειας διαχωρίζοντας τις έλλογες από τις αυθαίρετες πίστεις. Η αλήθεια ορίζεται ως μια πρόταση που αν δεχθούμε ως αληθές το αντίθετό της, τότε παραβιάζεται ο λογικός κανόνας της αντίφασης. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να καθορισθούν οι βασικές λογικές έννοιες, να συναχθούν οι βασικές αλήθειες για όλα τα αντικείμενα της επιστημονικής γνώσης και να ορισθεί κατά αυτόν τον τρόπο ο «φυσικός νόμος» που διέπει το σύμπαν. Ο Leibniz υιοθετώντας και επεκτείνοντας την άποψη του τρίτου μεγάλου ορθολογιστή της εποχής του Ολλανδού Barush Spinoza (1632-1677) αναλογίζεται τον κόσμο ως αντανάκλαση του Θεού και ορίζει τον «φυσικό νόμο» ως την «ανάβαση του λογικού από την αισθητηριακή αντίληψη (perception) στην λογική ενόραση (apperception) των πραγμάτων[23]». Σύμφωνα με τον Losse[24] ο Leibniz επεδίωξε να συνδυάσει την μηχανιστική άποψη του κόσμου με τελεολογικές θεωρήσεις. Για τον Leibniz η καθαρή λογική είναι ο τρόπος να θεάται κανείς τα πράγματα από την σκοπιά του Θεού και όχι με γνώμονα τους εφήμερους και μεταβαλόμενους σκοπούς.
Η σημαντική πρόοδος των επιστημών τον 17ο αιώνα είχε άμεση επίδραση και στην κοινωνία όπου η επιστημονική νοοτροπία συνέβαλε στον εξορθολογισμό των κοινωνικών σχέσεων και των θεσμών. «Η επιστήμη είχε επιτύχει να κατακτήσει τη μεθοδολογική και θεσμική της αυτοτέλεια απέναντι στις κοινωνικές και πνευματικές εξουσίες[25]» και να υποκαταστήσει την θρησκεία στην συνείδηση της κοινωνίας ως ηγεμονική κοινωνική δύναμη.
Η επιστήμη εξελίσσεται κατά συνέπεια σε ένα θεματοφύλακα της ορθολογικότητας και εγγυητή της κοινωνικής προόδου ενώ παράλληλα η παρατήρηση γίνεται πλέον η πηγή της εξήγησης[26]. Οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται πλέον την διανοητική τους εργασία ως ένα φιλοσοφικό εγχείρημα. Η φιλοσοφία είναι ανίκανη πλέον να υπερασπισθεί την άρχουσα θέση της στην πνευματική δραστηριότητα του ανθρώπου και καταλήγει σε ένα ρόλο συνοδού της επιστήμης. Διαμορφώνεται κατά συνέπεια ένα νέο ρεύμα στην φιλοσοφία η επιστημολογία που εκπροσωπείται από δύο συνιστώσες τον ορθολογισμό που υποστηρίζει ότι η επιστημονική αλήθεια κατακτάται με την ορθή χρήση του νου και ο εμπειρισμός που θεωρεί ότι η επιστημονική αλήθεια αποτελεί μία επαγωγική γενίκευση στην οποία καταλήγει ο επιστήμονας μετά από μελέτη των εμπειρικών δεδομένων. Τόσο οι ορθολογιστές με κύριους εκπροσώπους τους Καρτέσιο, Leibniz, Spinoza όσο και ο εμπειρισμός που εκφράζεται από την φιλοσοφική σκέψη των Bacon, Locke, Hume διατυπώνουν σκέψεις και μεθόδους που σταδιακά οδηγούν σε μία γενική επιστημονική μεθοδολογία που τελικά ορίζει ο Immanuel Kant (1724-1804) συνθέτοντας τις ορθολογικές και εμπειριστικές θεωρήσεις σε μία βάση «της ιδέας για μία συνθετική εκ των προτέρων γνώση[27]».
Βαλλιάνος Περικλής, Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη – Τόμος Β’ Η Επιστημονική Επανάσταση και η Φιλοσοφική Θεωρία της Επιστήμης. Ακμή και Υπέρβαση του Θετικισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 2001.
Butterfield Herbert, Η Καταγωγή της Σύγχρονης Επιστήμης (μτφρ. Ιορδάνης Αρζόγλου- Αντώνης Χριστοδουλίδης), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994
Losee John, Φιλοσοφία της επιστήμης - Μια ιστορική εισαγωγή (μτφρ. Θ. Μ. Χρηστίδης), Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993.
Woolhouse Richard S., Φιλοσοφία της Επιστήμης – Τόμος Β Οι Εμπειριστές (μτφρ. Σοφία Τσούρτη), Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα, 2003
Warburton Nigel, Φιλοσοφία. Τα βασικά ζητήματα (μτφρ. Βίκυ Χατζοπούλου), Εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 1999.

[1] Βαλλιάνος Π. Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη – Τόμος Β Η Επιστημονική Επανάσταση και η Φιλοσοφική Θεωρία της Επιστήμης. Ακμή και Υπέρβαση του Θετικισμού, ΕΑΠ, Πάτρα 2001, σελ. 93
[2] Βαλλιάνος Π., σελ. 89
[3] Butterfield H. Η Καταγωγή της Σύγχρονης Επιστήμης (μτφρ. Ιορδάνης Αρζόγλου- Αντώνης Χριστοδουλίδης), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994, σελ. 98
[4] Losee J. Φιλοσοφία της επιστήμης - Μια ιστορική εισαγωγή (μτφρ. Θ. Μ. Χρηστίδης), Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 93
[5] Woolhouse R.S. Φιλοσοφία της Επιστήμης – Τόμος Β Οι Εμπειριστές (μτφρ. Σοφία Τσούρτη), Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα, 2003, σελ. 22
[6] Woolhouse R.S., σελ. 26
[7] Butterfield H., σελ. 98
[8] Βαλλιάνος Π., σελ. 94
[9] Losee J., σελ. 103
[10] Losee J., σελ. 96
[11]Βαλλιάνος Π., σελ. 95
[12] Woolhouse R.S., σελ. 31
[13] Βαλλιάνος Π., σελ. 112
[14] Warburton N. Φιλοσοφία. Τα βασικά ζητήματα (μτφρ. Βίκυ Χατζοπούλου), Εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 1999, σελ.145
[15] Losee J., σελ. 147
[16] Βαλλιάνος Π., σελ. 117
[17] Βαλλιάνος Π., σελ. 99
[18] Losee J., σελ. 106
[19] Βαλλιάνος Π., σελ. 101
[20] Losee J., σελ. 106
[21] Losee J., σελ. 110
[22] Βαλλιάνος Π., σελ. 107
[23] Βαλλιάνος Π., σελ. 106
[24]Losee J., σελ. 145
[25] Βαλλιάνος Π., σελ. 91
[26] Butterfield H., σελ. 80
[27] Βαλλιανός Γ., σελ. 124

Δεν υπάρχουν σχόλια: