Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2007

Πως η εκκλησία δανείστηκε από την αρχαιότητα: Από τον Πλάτωνα στον Αυγουστίνο

Εισαγωγή
Η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μία προσπάθεια παράθεσης των Ιδεών του Πλάτωνα, της επιχειρηματολογίας των μελετητών του σχετικά με την ένταξη τους σε μία θεωρία και τέλος τον τρόπο με τον οποίο ο Ιερός Αυγουστίνος επέλεξε και ενέταξε στην χριστιανική φιλοσοφία κάποιες από αυτές.
Στο πρώτο μέρος της εργασίας γίνεται μία σύντομη αναφορά σε βιογραφικά στοιχεία του Πλάτωνα και ακολούθως γίνεται μία συνοπτική αναφορά στις Ιδέες του μέσα από την κριτική προσέγγιση που έγινε από εγκεκριμένους μελετητές του.
Στο δεύτερο μέρος της εργασίας και αφού παρουσιαστούν κάποια βιογραφικά στοιχεία για τον Ιερό Αυγουστίνο προκειμένου να γίνει κατανοητό το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο δρα, παρατίθεται η πρόσληψη των Ιδεών του Πλάτωνα, η επιλογή αυτών που ταιριάζουν στην χριστιανική κοσμοαντίληψη και τέλος ο μετασχηματισμός και η προσαρμογή αυτών στην χριστιανική φιλοσοφία.

Ο Πλάτωνας και η εποχή του
Ο Έλληνας Φιλόσοφος Πλάτωνας (427-347 π.Χ) γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα και υπήρξε μαθητής του Σωκράτη (470-399 π.Χ) και δάσκαλος του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ). Ο Πλάτων έζησε σε μία περίοδο έντονων κοινωνικών αναταραχών στην Αθήνα, κυρίως μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (404 π.Χ) και την ήττα από τους Σπάρτη, όπου η πολιτική αστάθεια (από την δημοκρατία στην τυραννία και μετά στην ολιγαρχία) δεν επέτρεπαν την ομαλή διοίκηση της πόλης. Όπως αναφέρει ο Πελεγρίνης
1 το διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον του, η αποστροφή του προς κάθε μορφή πολιτικής διοίκησης ακόμα και προς αυτήν της δημοκρατίας που καταδίκασε σε θάνατο τον δάσκαλό του Σωκράτη, αλλά και το έντονο θρησκευτικό του συναίσθημα, τον ώθησαν προς έναν κόσμο πέρα από τον «ρέοντα κόσμο της αισθητής πραγματικότητας2». Οδηγήθηκε στην αναζήτηση Ιδεών πέρα και έξω από την απτή επίγεια πραγματικότητα, στην αναζήτηση Ιδεών ανεπηρέαστων από την μεταβλητότητα και την φθορά της καθημερινής πραγματικότητας.
Η «θεωρία» των Ιδεών του Πλάτωνα.
Το ερώτημα που τίθεται σε βάθος ετών από τους μελετητές του Πλάτωνα είναι κατά πόσον οι Ιδέες του συγκροτούνται σε ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως θεωρία. Σύμφωνα με την μελετητή του Πλάτωνα Julia Annas
3, ο Πλάτων όχι μόνο δεν κάνει χρήση της λέξης «θεωρία», αλλά πουθενά στους διάλογους του δεν πραγματεύεται τις Ιδέες του με ένα δομημένο τρόπο. Στο έργο του Πολιτεία, την βασική πηγή κατά τους μελετητές του για την «θεωρία» των Ιδεών του, η ύπαρξη των Ιδεών δεν υποστηρίζεται με κάποια επιχειρηματολογία. Άντ’ αυτού ο Πλάτωνας, σύμφωνα με την Annas, παραμένοντας προσηλωμένος στον διαλογικό τρόπο γραφής, όπως άλλωστε και στα περισσότερα έργα του, οι Ιδέες του εμφανίζονται με ένα αδόμητο τρόπο σε διάφορα σημεία χωρίς να γίνεται σαφές στο κατά πόσο συμβάλλουν στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται σε αυτούς (τους διάλογους). Και όμως αυτές οι λίγες και μη συστηματικές αναφορές των Ιδεών έδωσαν την δυνατότητα σε μελετητές του να οικοδομήσουν μία «Θεωρία» για αυτές.
Τι θέματα πραγματεύεται ο Πλάτωνας με τις Ιδέες του
Τα κίνητρα για την διαμόρφωση των Ιδεών από τον Πλάτωνα υπήρξαν τα ηθικά και γνωσιολογικά προβλήματα που αναδύονται από τους διάλογους του. Το κυρίαρχο θέμα με το οποίο καταπιάστηκε αφορά την δομή του κόσμου, τι υπάρχει, τι γνωρίζουμε, πως πρέπει να δομήσουμε την γνώση αυτήν. Η Annas μελετώντας το έργο του Τίμαιος συνοψίζει την κοσμοαντίληψη του Πλάτωνα στην ρήση ότι «ο πραγματικός κόσμος δεν είναι ο κόσμος που οι αισθήσεις καταγράφουν γύρω μας. Ο πραγματικός κόσμος είναι, αντίθετα, αυτό που συλλαμβάνουμε θεωρητικά όταν ασκούμε το νου μας στον αφαιρετικό φιλοσοφικό συλλογισμό και σε συγκεκριμένα επιχειρήματα που μας οδηγούν σε αυτό
4».
Από την παραπάνω άποψη συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο Πλάτωνας χώριζε τον κόσμο σε δύο διακριτές καταστάσεις. Σε έναν κόσμο ιδεατό, ο κόσμος των Ιδεών, τον οποίο αποκαλούσε πραγματικό και ο οποίος διέπεται από μια σταθερότητα και σε έναν κόσμο αισθητό που τον αποτελούν τα πράγματα, τα είδωλα και οι σκιές και όπου η μεταβλητότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Ο Πλάτων κατά συνέπεια υποστήριζε ότι τα αντικείμενα της γνώσης, τα αντικείμενα που θα μπορούσαν να οριστούν, υπήρχαν, αλλά δεν έπρεπε να ταυτιστούν με τίποτε στον αισθητό κόσμο· υπήρχαν σε έναν νοητό κόσμο, πέραν χώρου και χρόνου, στον κόσμο των Ιδεών.
Το πρόβλημα όπως τίθεται από τον Πλάτωνα είναι τι δύναται να γνωρίσει ο άνθρωπος. Δεδομένου του παραπάνω καθορισμού ως πραγματικού κόσμου, του ιδεατού κόσμου, ο Πλάτωνας καταδεικνύει με σαφή τρόπο ότι δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τα αισθητά πράγματα διότι δεν υπάρχουν, δεν είναι πραγματικά. Άρα ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να καταλήξει στην γνώση και κατ’ επέκταση στην αλήθεια, τον υπέρτατο στόχο, μόνο με τις αισθήσεις.
Ότι υπάρχει στην πραγματικότητα τελικά είναι κάποιες καθολικές έννοιες, κάποιοι γενικοί όροι που υπερβαίνουν τα συγκεκριμένα αντικείμενα με τα οποία τους συναρτούμε. Οι γενικοί όροι έχουν νόημα, καθόσον αναφέρονται σε καθολικές οντότητες, οι οποίες πράγματι δεν υπάρχουν μέσα στον επίγειο κόσμο μας και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να συγχέονται με τα συγκεκριμένα αισθητά πράγματα. Οι καθολικές οντότητές, είναι αιώνιες και υπάρχουν έξω από τον γήινο κόσμο, κάπου στον ουρανό. Οι καθολικές οντότητες, στις οποίες αναφέρονται οι γενικοί όροι, κατά τον Πλάτωνα, είναι οι Ιδέες.
Οι Ιδέες είναι αιώνιες, αναλλοίωτες οντότητες μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Για κάθε κατηγορία αισθητών πραγμάτων συνεπώς υπάρχει μια ιδέα. Αποτελούν πρότυπα, «μήτρες όλων των πραγμάτων που συναντάμε στην ζωή μας
5» σύμφωνα με τον Πελεγρίνη και είναι εν γένει θετικές. Είναι οι στόχοι των οποίων την επίτευξη επιδιώκει ο άνθρωπος, και επιδιώκει πάντα το καλό, το θετικό. Άρα δεν υπάρχει αρνητική ιδέα, και το να εκφραστεί το αρνητικό γίνεται χρήση του αντιθέτου. Επί παραδείγματι η ασθένεια δεν εκφράζεται ως ιδέα, αλλά εκφράζεται ως του να μην είσαι υγιής, που είναι το πρότυπο.
Η διδασκαλία του Πλάτωνα φιλτραρίστηκε, επεκτάθηκε, διαστρεβλώθηκε ενίοτε, διαμόρφωσε και δημιούργησε ένα φιλοσοφικό κίνημα, τον νεοπλατωνισμό και έφτασε τις πρώτες μέρες της Χριστιανοσύνης ισχυρή και επιδραστική. Για τους πρώτους Χριστιανούς στοχαστές, μεταξύ των οποίων και ο Ιεορός Αυγουστίνος, ο Πλάτωνας υπήρξε ο πλέον κοντινός σε αυτούς φιλόσοφος και «συνόδευσαν τα έργα τους με πληροφορίες και άμεσες αναφορές στις αρχαίες φιλοσοφίες και στη σκέψη των αρχαίων ειδωλολατρών
6» αποτελώντας την πηγή μνήμης για τον αρχαίο κόσμο.
Ο Αυγουστίνος στην εποχή του
Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Πατέρες της Εκκλησίας ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ) που αποτέλεσε «τον θεωρητικό και πρακτικό υποστηρικτή της ενότητας της Εκκλησίας της Ρώμης, τον δάσκαλο που πρέσβευε και δίδασκε την απόλυτη υπεροχή της εξουσίας της Εκκλησίας
7». Το έργο του Η Πολιτεία του Θεού (de Civitate Dei 413-427μ.Χ), αποτέλεσε την βασική πραγματεία για την δόμηση της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησιαστικής ιεραρχίας μεταφέροντας το φυσικό δίκαιο του κράτους στο μεταφυσικό δίκαιο της Εκκλησίας. Πέρα από την σημασία του Αυγουστίνου για την Δυτική εκκλησία, σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην διαμόρφωση της Δυτικής Φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τους Windelband - Heimsoeth8 στο πρόσωπο και στην διδασκαλία του Αυγουστίνου πραγματοποιήθηκε η συνένωση όλων των τάσεων της φιλοσοφίας των Πατέρων της Εκκλησίας και της ελληνιστικής φιλοσοφίας σε μία νέα ιδέα που οδήγησε στην φιλοσοφία του μέλλοντος.
Ο Luscombe τον χαρακτηρίζει ως τον κληρονόμο του αρχαίου πολιτισμού και τον πρόδρομο του μεσαιωνικού πολιτισμού
9, δεδομένου του γεγονότος ότι η διδασκαλία του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη μέχρι τον 12-13ο αιώνα οπότε η διδασκαλία του Αριστοτέλη με κύριο φορέα τον Θωμά Ακινάτη άρχισε να επικρατεί.
Η ζωή του παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με αυτήν του Πλάτωνα. Ακριβώς όπως και ο Αθηναίος Πλάτωνας έζησε σε μία περίοδο κοινωνικό-πολιτικών αναταραχών και πολέμων που οδήγησε στην παρακμή της Αθήνας, έτσι και η ζωή του Ρωμαίου πολίτη Αυγουστίνου κυλά σε ένα ρυθμό καταστροφών που οδήγησαν στην πτώση του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Με τον ίδιο τρόπο που οι καταστροφές επηρέασαν την σκέψη του Πλάτωνα, οι αντίστοιχες της περιόδου του Αυγουστίνου επηρεάζουν την θεώρηση του για μία μελλοντική ανάσταση του κόσμου η οποία αποτυπώνεται στο έργο του. Οι ομοιότητες είναι αρκετές. Όπως στην περίπτωση του Πλάτωνα έτσι και ο Αυγουστίνος δεν ενέταξε την φιλοσοφία του ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα σε κάποιο από τα έργα του αλλά βρίσκεται διασπαρμένη σε όλο το συγγραφικό του έργο.
Οι νεοπλατωνικές επιδράσεις που δέχθηκε ο Αυγουστίνος
Ο Αυγουστίνος ήρθε σε επαφή με τις Πλατωνικές Ιδέες κατά την διάρκεια της παραμονής τους στο Μιλάνο όπου η χριστιανοσύνη της πόλης είχε διαποτιστεί από την νεοπλατωνική φιλοσοφία λόγω των φιλοσοφικών αναζητήσεων του επισκόπου και δασκάλου του Αυγουστίνου, του Αμβρόσιου.
Η μελέτη από τα λατινικά, δεδομένου ότι δεν έμαθε ποτέ Ελληνικά, κάποιων κειμένων του Πλάτωνα και κυρίως κειμένων των νεοπλατωνικών φιλοσόφων Πλωτίνου (205-270 μ.Χ.) και Πορφύριου (232-303 μ.Χ.), τον έβαλαν για τα καλά στην καρδιά της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Στο έργο του Εξομολογήσεις ο Αυγουστίνος αναφέρει είναι δυνατόν να βρεθούν αποσπάσματα στην πλατωνική και νεοπλατωνική διδασκαλία που να βρίσκονται πλησιέστερα στη χριστιανική πίστη. Σύμφωνα με τον Luscombe ο Αυγουστίνος «συνάντησε, σε ερμηνείες της εποχής του για τον Πλατωνισμό, μια πιο εξισορροπημένη αποτίμηση της ένωσης του σώματος και της ψυχής στον άνθρωπο: το ανθρώπινο σώμα επιτρέπει στον ανθρώπινο νου να καλλιεργεί τον λόγο και την αρετή
10». Ο Αυγουστίνος όπως και άλλοι χριστιανοί στοχαστές της εποχής του, βρήκαν στην διδασκαλία του Πλάτωνα αρκετές ομοιότητες με την χριστιανική διδασκαλία στο περί του Θεού ως ασώματου, αμετάβλητου, άπειρου λόγου που συμφωνούσε με τον Θεό της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Ο Αυγουστίνος και οι Ιδέες
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω ο Αυγουστίνος ανακάλυψε μέσα από τον πλατωνισμό και τον νεοπλατωνισμό την διδασκαλία που βρίσκεται πλησιέστερα προς την χριστιανική πίστη και η οποία αποτέλεσε βάση πάνω στην οποία δόμησε την δική του διδασκαλία στηριγμένη στην αρχή: Κάθε εξουσία πηγάζει από τον Θεό.
Ο Αυγουστίνος λειτούργησε επιλεκτικά σε πολλά από αυτά που διάβασε στα βιβλία των νεοπλατωνικών απορρίπτοντας θέματα τα οποία δεν τον απασχολούσαν και ήταν ενάντια στην χριστιανική κοσμοαντίληψη -για παράδειγμα η μετεμψύχωση- προσάρμοσε ωστόσο, την πλατωνική διδασκαλία των Ιδεών στο χριστιανικό δόγμα του Λόγου του Θεού. Ο Αυγουστίνος έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Περί Ιδεών (De Ideis) στο οποίο και παρουσίασε τη θεωρία του Πλάτωνα μέσα από μία χριστιανό-κεντρική οπτική.
Συστατικά στοιχεία στην θεωρία των Ιδεών του Αυγουστίνου αποτέλεσαν τα δύο σημαντικότερα φιλοσοφικά ζητήματα που τον απασχόλησαν στα έργα του ο Θεός και η ανθρώπινη ψυχή.
Εν αρχήν ο Θεός, ο κάτοχος των Ιδεών
Ως αληθινός πλατωνιστής ο Αυγουστίνος θεωρεί τον Θεό ως το αποκορύφωμα της πραγματικότητας, ένα ον άπειρο, απροσδιόριστο και ασύλληπτο από την ανθρώπινη πεπερασμένη νόηση. Όπως και στον Πλάτωνα, το ον αυτό είναι το ύψιστο αγαθό με την διαφορά ότι ο Πλάτωνας έβλεπε στο ανώτερο ον την πεμπτουσία της αλήθειας ενώ ο Αυγουστίνος βλέπει την απόλυτη προσωπικότητα. Σε αντίθεση με τους νεοπλατωνικούς όπως ο Πλωτίνος που θεωρεί ότι Θεός και τάξη αποτελούν μία ενιαία κατάσταση, ο Αυγουστίνος θεωρεί ότι ο Θεός είναι πάνω από την τάξη. Ο Θεός σύμφωνα με τον Αυγουστίνου πλάθει τον κόσμο σύμφωνα με πρωταρχικά πρότυπα, αιώνια και αμετάβλητα.
Για τον Αυγουστίνο οτιδήποτε καλό οφείλει την συμμετοχή του Θεού στην φύση του οποίου ενυπάρχουν τα αιώνια πρότυπα όλων των πραγμάτων. Κατά αυτόν τον τρόπο οι πλατωνικές ιδέες που σχηματίζουν έναν απρόσωπο κόσμο μετατρέπονται μέσω της διδασκαλίας του Αυγουστίνου σε ιδέες ενός προσωπικού Θεού. Ο κόσμος μας απεικονίζει τα παραδείγματα του Θεού και οι Ιδέες για τον Αυγουστίνο βρίσκονται στον νου του Θεού.
Η ψυχή, το μέσον απόκτησης
Ο Αυγουστίνος αναφέρεται στην θεία φώτιση του ανθρώπινου νου όπως ακριβώς και ο Πλάτωνας. Για τον Αυγουστίνο η γνώση προκύπτει εντός της ψυχής του ανθρώπου. Η ανθρώπινη ψυχή είναι μόνο ικανή να ανακαλύψει τις ιδέες των πραγμάτων, διότι αυτές αποτυπώνονται στον ανθρώπινο νου και είναι τόσο πραγματικές όσο και τα ίδια τα πράγματα των οποίων αποτελούν τις ιδέες. Η γνώση της πραγματικότητας προκύπτει εντός της ψυχής ανάλογα με την διαφώτιση της από τον Θεό.
Σε αντίθεση με την διδασκαλία του Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς που θεωρούσαν τις διάφορες ψυχικές δραστηριότητες για τον Αυγουστίνο η ψυχή είναι αύλη και μία- ότι στην ψυχή σημαντικότερη είναι η αγάπη και η βούληση από ότι η σκέψη και η γνώση· ότι κάτι έχει μεγαλύτερη σημασία όταν βρίσκεται μέσα στην ψυχή και τον Θεό, παρά όταν βρίσκεται έξω από αυτά- ότι στον κόσμο η ύλη αποτελεί θετική πραγματικότητα
Θεία Φώτιση και Αλήθεια, η διαδικασία
Ο Αυγουστίνος προσπάθησε να απαντήσει στο αίτημα ότι η κατοχή της αλήθειας είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ευτυχίας και γι' αυτό πρέπει να θεωρείται κάτι εφικτό. Για τον Αυγουστίνο θεμελιακό όρισμα στην διαδικασία απόκτησης της αλήθεια είναι η αμφιβολία. Ο Αυγουστίνος αμφιβάλει ακριβώς όπως και ο Πλάτωνας για αυθεντικότητα των δεδομένων της αισθητηριακής αντίληψης, και θεωρεί ότι όποιος αμφιβάλλει κατέχει αναγκαστικά την αλήθεια, γιατί μόνο εξαιτίας αυτής αμφιβάλλει.
Η γνώση της αληθινής πραγματικότητας προκύπτει εντός της ψυχής ανάλογα με τη διαφώτιση της από τον Θεό. Η αλήθεια μπορεί να γίνει αντιληπτή ανεξάρτητα από τις σωματικές αισθήσεις, διότι αποτυπώνεται στον νου και την ψυχή.
Ο Αυγουστίνος αναφέρει ότι η αντίληψη της αλήθειας καθίσταται δυνατή χάρη σε ένα είδος «ακτινοβόλησης» προς τον ανθρώπινο νου ορισμένων εκ των πρώτων αρχών γνώσης που βρίσκονται στον νου του Θεού. Αυτή η θεωρία της φώτισης κατέχει ιδιαίτερα κεντρική θέση στον στοχασμό του Αυγουστίνου πάνω στην ηθική. Όπως ακριβώς το φως της αλήθειας παρίσταται στον νου, έτσι και ο νόμος του Θεού είναι χαραγμένος στην ανθρώπινη καρδιά ή συνείδηση.
Επίλογος
Η θεωρία του Πλάτωνος για τις ιδέες αποτέλεσε μια προσπάθεια ερμηνείας των γενικών όρων που χρησιμοποιούμε όταν εκφραζόμαστε.
Η πλατωνική προβληματική έρχεται να απαντήσει στο ερώτημα του κατά πόσο μπορεί ο άνθρωπος να ανακαλύψει την αλήθεια και να την αποτυπώσει γραπτώς. Αυτή η ικανότητα σύμφωνα με τον Πλάτωνα είναι κληρονομική. «Έχουμε την ικανότητα να βλέπουμε αυτές τις αλήθειες γιατί φέρουμε την εικόνα της αλήθειας μέσα μας και αυτό το κάνουμε όχι από τύχη ή από φυσική επιλογή αλλά από την προέλευση μας που είναι και η προέλευση του κόσμου»
11.
Η ικανότητα να αντιλαμβάνεται την αλήθεια ο άνθρωπος του κληρονομήθηκε από την υπέρτατη διάνοια που γέννησε το σύμπαν. Η «κληρονομιά» αυτή είναι οι Ιδέες, οι καθολικές έννοιες.
Η διδασκαλία του Αυγουστίνου έλαβε τις Ιδέες του Πλάτωνα και τις προσωποποίησε στο πρόσωπο του ύψιστου και αγαθού Θεού, συμβάλλοντας στον συγκερασμό Λόγου και Πίστης. Η διδασκαλία του αποτέλεσε την γέφυρα ανάμεσα στην αρχαία φιλοσοφία και καθόρισε την κατεύθυνση προς την οποία κινήθηκε ο Μεσαιωνικός στοχασμός. Γι' αυτόν το λόγο αξίζει να αναγνωριστεί στον Αυγουστίνο ότι αποτελεί τον αρχικό κρίκο μιας νέας εξέλιξης: Ή τελική συνένωση όλων των τάσεων της φιλοσοφίας των Πατέρων και της ελληνιστικής φιλοσοφίας στην εποχή του κατορθώθηκε μόνο με τον συνειδητό συγκερασμό τους σε μια νέα ιδέα, πού έμελλε να γίνει το φύτρο της φιλοσοφίας του μέλλοντος. Ενός μέλλοντος πολύ μακρινού, βέβαια, δεδομένου του ότι η πρωτοτυπία της φιλοσοφικής σκέψης του Αυγουστίνου άφησε ανεπηρέαστη την εποχή του άλλα και τους επόμενους αιώνες.
Θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηριχτεί ότι με τον Αυγουστίνο μπήκε ο πλατωνισμός στην χριστιανική θεολογία, όπως με τον Θωμά Ακινάτη θα μπει ο αριστοτελισμός μετέπειτα.
Βιβλιογραφία
Πελεγρίνης Θεοδόσιος, Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.
Annas Julia, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, μτφρ. Χ. Γραμμένου, Εκδόσεις Καλέντης Αθήνα 2006.
Annas Julia, Πλάτων Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε, μτφρ. Ε. Λεοντσίνη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006.
Franco Α., Ιστορία της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας, Τραυλός, Αθήνα 2006.
Luscombe D., Η μεσαιωνική σκέψη, Πολύτροπον, Αθήνα 2007.
Kenny Antony et al, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, Oxford University, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2005

1 Πελεγρίνης Θεοδόσιος, Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, σελ. 61
2 Πελεγρίνης Θ., ο.π., σελ. 62
3 Annas Julia, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, μτφρ. Χ. Γραμμένου,Εκδόσεις Καλέντης Αθήνα 2006, σελ. 279
4 Annas Julia, Πλάτων Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε, μτφρ. Ε. Λεοντσίνη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006 σελ. 97
5Πελεγρίνης Θ., σελ. 56
6 Franco, Α., σελ. 43
7 Franco, Α., Ιστορία της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας, Τραυλός, Αθήνα 2006 , σελ. 43
8 Windelband W. – Heimsoeth H., Εγχερίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ. Σκουτερόπουλος Ν., ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003, σελ. 19
9 Luscombe, D., Η μεσαιωνική σκέψη, Πολύτροπον, Αθήνα 2007, σελ. 23
10 Luscombe, D, σελ. 24
11Kenny Antony et al, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, Oxford University, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2005

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

έχω την εντύπωση ότι δεν είναι σωστό να δημοσιεύεις τις εργασίες σου πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής δεν ειναι ετσι?
μια συμφοιτήτρια

Christos Bouras είπε...

Σωστή άποψη. Βέβαια η καταληκτική ημερομηνία στην προκειμένη περίπτωση είναι προγενέστερη της δημοσίευσης. Πάντως θα πρέπει να αφήνεται να περνά κάποιος χρόνος πριν την δημοσίευση.

Ανώνυμος είπε...

Η καταληκτική ημερομηνία ήταν 26.11.07 και η δημοσιεύσή σου έγινε 23.11.07. Μιλάω για το θέμα της ΕΠΟ22 φέτος. Εκτός αν πρόκειται για σύμπτωση, οπότε ζητώ συγνώμη. Η ίδια συμφοιτήτρια