Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

Το Μπαρόκ των Bernini, Rubens και Monteverdi

Εισαγωγή
Με τον όρο μπαρόκ αναφερόμαστε στην καλλιτεχνική και πνευματική δραστηριότητα (λογοτεχνία, μουσική, εικαστικές τέχνες) που προσδιορίζεται χρονικά μεταξύ της Αναγέννησης και έως την εποχή του Διαφωτισμού, δηλ. από το 1600 έως το 1717 περίπου. Το μπαρόκ επηρέασε βαθιά όλες τις μορφές της τέχνης. Στην αρχιτεκτονική η επίδραση επιτυγχάνεται με τον όγκο, το φως, την ποικιλία των σχημάτων, την χρήση της καμπύλης γραμμής. Στη γλυπτική το μπαρόκ εκφράζεται με τις «ιπτάμενες» και βίαια κινούμενες μορφές και τις άτακτες πτυχώσεις του ιματισμού. Στην ζωγραφική με την προτίμηση προς τις διαγώνιες συνθέσεις, τις εντυπώσεις από την προοπτική, τις μικρογραφικές λεπτομέρειες και την οπτική απάτη. Το μπαρόκ επηρέασε και την μουσική αν και δεν ανταποκρίνεται η περίοδος αυτή στην αντίστοιχη των εικαστικών τεχνών. (ΟΕΔΒ 1991: σελ. 295).
Στα πλαίσια της συγκεκριμένης εργασίας θα επιχειρηθεί να γίνει μία παρουσίαση τόσο των πολιτικο-κοινωνικών συνθηκών της εποχής και πως αυτές επέδρασαν στις τέχνες, ενώ ακολούθως θα παρουσιαστούν τα χαρακτηριστικά της εργασίας τριών βασικών εκπροσώπων της περιόδου, των Rubens, Bernini και Monteverdi τα οποία τους έκαναν πρωτότυπους και σύμβολα της εποχής του μπαρόκ.

Η Ευρώπη τον 16ο και 17ο αιώνα.
Οι πολιτικές και θρησκευτικές εξελίξεις
Η περίοδος στην οποία αναπτύσσεται το μπαρόκ είναι μία περίοδος με έντονες πολιτικές εξελίξεις οι οποίες επιδρούν έντονα στον εικαστικό χώρο ανατρέποντας την εικαστική εξέλιξη όπως είχε διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της Αναγέννησης.
Η προτεσταντική μεταρρύθμιση που επικυρώθηκε με την σύνοδο της Αυγούστας το 1555 και ξεκίνησε με την λουθηρανική εξέγερση του 1517, είχε σαν συνέπεια την αποχώρηση από την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ενός μεγάλου τμήματος της Βόρειας Ευρώπης συμπεριλαμβανομένου των δύο τρίτων της Γερμανίας, των Βορείων Κάτω Χωρών, των Σκανδιναβικών χωρών, της Ελβετίας, της Σκωτίας και εν μέρει της Αγγλίας. Η επίδραση της Μεταρρύθμισης στην θρησκευτική τέχνη είναι πλήρης δεδομένου ότι αρνήθηκε την αναγκαιότητα των προσκυνημάτων και των εικόνων (Ράπτης 1999: σελ. 149) στις εκκλησίες, και ως εκ τούτου εξάλειψε η ανάγκη παραγγελιών τέτοιων έργων. Αποτέλεσμα ήταν να δοθεί ώθηση στην δημιουργία κοσμικών έργων τέχνης όπου ο κύριος χορηγός των καλλιτεχνών γίνεται η αστική τάξη.
Απέναντι στον κίνδυνο να επεκταθεί η μεταρρύθμιση και σε άλλες χώρες η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συγκάλεσε την σύνοδο του Τριέντο (1545-1563) όπου προχώρησε σε μία μεταρρύθμιση στο εσωτερικό της, ονομάστηκε Αντιμεταρρύθμιση από τους ιστορικούς, που επέδρασε σε όλους τους τομείς δραστηριοποίησης της καθολικής εκκλησίας και φυσικά στις τέχνες, με κύρια έκφανση το μπαρόκ. Ουσιαστικά η Αντιμεταρρύθμιση ως κίνηση αντιπερισπασμού της καθολικής Εκκλησίας υπήρξε κινητήριος δύναμη της άνθησης του μπαρόκ. (Αλμπάνη, Κασιμάτη 2001: σελ. 159).
Το μπαρόκ έχει λοιπόν και θρησκευτική σημασία, καθώς υπήρξε ουσιώδης έκφραση της Αντιμεταρρύθμισης, μάλιστα από πολλούς θεωρήθηκε ως «η τέχνη των Ιησουιτών » και επιβλήθηκε στα καθολικά κράτη με την μεγαλοπρεπή ανάπτυξη της θρησκευτικής τέχνης. Η τέχνη του μπαρόκ προσπαθεί να συγκινήσει, να εντυπωσιάσει, να διεγείρει την φαντασία, με τον πλούτο τον διακοσμήσεων και επιτηδευμένο ύφος. (ΟΕΔΒ 1991, σελ. 295).
Στις χώρες όπου επικράτησε η Αντιμεταρρύθμιση (Γαλλία, Ιταλία, Νότιες Κάτω Χώρες, Ισπανία) η εκκλησιαστική ζωγραφική συνέχισε να παράγει έργα αλλά δεν ήταν αποκλειστικά όπως τα χρόνια της Αναγέννησης. Η δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών και η ισχυροποίηση της απολυταρχικής εξουσίας επέτρεψε την δημιουργία ενός νέου πόλου παραγγελιών που είναι οι βασιλικές αυλές και η αριστοκρατία.
Σε γενικό πλαίσιο και ανεξαρτήτως της θρησκευτικής επιλογής στην Δύση η τέχνη δεν υπηρετεί μόνο την εκκλησία ή την άρχουσα τάξη έρχεται για να υπηρετήσει και την πόλη όπως στην περίπτωση του Bernini, να εξάρει την μεγαλοπρέπεια των παλατιών και να υμνήσει τους ισχυρούς του κόσμου, όπως η ζωγραφική του Rubens (Gombrich 2007: σελ. 401).

Οι εκπρόσωποι του Μπαρόκ στις Τέχνες
Η αρχιτεκτονική στο Μπαρόκ
Στην αρχιτεκτονική του μπαρόκ η γλυπτική και η ζωγραφική έχουν πολύ μεγάλη σημασία. Τα κτίρια διακοσμούνται με ζωγραφικές παραστάσεις και γλυπτά και οι προσόψεις διαμορφώνονται με πολλές καμπυλόγραμμες επιφάνειες. Γενικά, κάθε αρχιτεκτονικό στοιχείο (κίονες, εσοχές ή εξοχές) αξιοποιήθηκε ως διάκοσμο από τις άλλες τέχνες.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η ένταξη των κτιρίων στην πόλη. Η σχέση της αρχιτεκτονικής με την οργάνωση του χώρου της πόλης έγινε στενότερη και σε αυτό ιδιαίτερο ρόλο είχε η πλατεία ως χώρος ένταξης ενός μνημείου ή το κεντρικό σημείο διαφόρων ελευθέρων χώρων της πόλης σε μία ιεραρχημένη σύνθεση.
Κέντρο της αρχιτεκτονικής την περίοδο του μπαρόκ αποτελεί η Ιταλία και ιδιαίτερα η Ρώμη, όπου οι νέες εκφραστικές δυνατότητες εκδηλώνονται μέσα από το έργο του Lorenzo Bernini (1598-1680) και του Francesco Boromini (1599-1667) (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 163,166)

Ο αρχιτέκτονας και γλύπτης Bernini
Ο Bernini δεν κυριαρχεί μόνο στην αρχιτεκτονική αλλά και στην γλυπτική και τη σκηνογραφία. Το ταλέντο του εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς στα πλαίσια του εργαστηρίου γλυπτικής του πατέρα του όπου και πήρε τα πρώτα μαθήματα τεχνικής. Αφιερώθηκε στην μελέτη των έργων της αρχαιότητας και των δασκάλων της αναγέννησης. (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 176). Στην αρχιτεκτονική σημαντική πρωτοπορία του αποτελεί η ένταξη της πλατείας στο αστικό πλαίσιο.

Στην πλατεία Ναβόνα με τις κρήνες στη Ρώμη (1648-1651) ο Bernini δημιούργησε ένα σημαντικό έργο αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Αρχιτεκτονικά με την ελλειψοειδή μορφή της πλατείας Ναβόνα με τις κρήνες αποτυπώνει την απομάκρυνση από το ένα και μοναδικό κέντρο οργάνωσης του χώρου που ήταν το σημείο αναφοράς της Αναγέννησης. (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 165). Η κρήνη με τους τέσσερις ποταμούς αποτελεί και ένα από τα γνωστότερα γλυπτά του το οποίο ενέταξε αρχιτεκτονικά με εξαιρετική αρμονία στην πλατεία.
Στην πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Ρώμη σχεδίασε την εξωτερική διπλή κιονοστοιχία (1656-1667). Με επιδέξιο χειρισμό των υλικών και των όγκων επιτυγχάνει μία εντυπωσιακή λύση του χώρου γύρω από την πλατεία δημιουργώντας ένα πολεοδομικό και συμβολικό σημείο ένωσης ανάμεσα στο μνημείο και την πόλη, ανάμεσα στο ναό και το εκκλησίασμα. Το περιστύλιο είναι μία αλληγορική μορφή: τα μπράτσα της εκκλησίας ανοίγουν, για να αγκαλιάσουν και να δεχτούν όλους τους πιστούς της οικουμένης (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 178). Ο συμβολισμός αυτός ενταγμένος πλήρως στην κοινωνική δραστηριότητα της πόλης της Ρώμης μέχρι και την σύγχρονη εποχή αποτελεί στο σημείο εορτασμού των μεγαλύτερων εορτών της καθολικής εκκλησίας.
Στην γλυπτική ο Bernini παρήγαγε έργα υψηλής ποιότητας υπακούοντας στις σκηνογραφικές απαιτήσεις της αρχιτεκτονικής. Όλα τα έργα γλυπτικής είναι τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να δύνεται έντονη σημασία η θέαση του αντικειμένου και ή ένταξή του στο χώρο. Το φως έχει μεγάλη σημασία, διοχετεύεται από διάφορες πηγές δίνοντας ιδιαίτερη υπόσταση στην ύλη, κάνοντας την εύπλαστη σαν να κινείται με υπαγόρευση του φωτός. (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 176)

Στην «Έκταση της Αγίας Θηρεσίας» (1645-1652), Ρώμη, Σάντα Μαρία ντε λα Βιτόρια) ο Bernini με την απόδοση της κίνησης, την επεξεργασία του υλικού και την έμφαση στην πλαστικότητα, το σύμπλεγμα από πολύχρωμα μάρμαρα και επιχρυσωμένες επιφάνειες, δημιουργεί την εντύπωση ότι η μάζα εξαϋλώνεται. Η σκηνογραφία διαμορφώνει τον περιβάλλοντα χώρο του γλυπτού, δίνοντας την αίσθηση ενός δραματικού έργου που παίζεται μπροστά στα μάτια του θεατή προκαλώντας «παράφορη αγαλλίαση και μυστικιστική έκσταση» (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 177).

Η ζωγραφική στο Μπαρόκ
Αντίθετα με τον μανιερισμό που απευθυνόταν με το εξεζητημένο ύφος και την επιλογή των θεμάτων του σε μία μορφωμένη μερίδα της κοινωνίας, η ζωγραφική του μπαρόκ είναι μία τέχνη κατανοητή από όλους. Με την προοπτική, την θεατρικότητα των μορφών, την τεχνική της φωτοσκίασης (κιαροσκούρο) οι μορφές ξεπηδούν σχεδόν ανάγλυφες από τα έργα των ζωγράφων Η ζωγραφική του Μπαρόκ αποτελεί συνδυασμό διαφορετικών προσεγγίσεων των κλασσικών στοιχείων και οι διάφοροι καλλιτέχνες εμφανίζουν με συγκεκριμένο τρόπο τις αντιθέσεις του 17ου αιώνα. Κάτωθι θα γίνει μία αναφορά στον Rubens, τον κατεξοχήν εκπρόσωπο του είδους.


Ο ζωγράφος Rubens
Ο Φλαμανδός Peter Paulus Rubens (1577-1640) γεννήθηκε στην Αμβέρσα και ταξίδεψε στην Ιταλία όπου έμεινε οχτώ χρόνια μελετώντας τους Ιταλούς ζωγράφους της Αναγέννησης και τους σύγχρονους του. Η ζωγραφική του Rubens αποτελεί την επιτομή αυτού που ονομάζεται ζωγραφική του μπαρόκ (Αλμπάνη, Κασιμάτη 2001: σελ. 174) καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο να συνδυάσει πολλά διαφορετικά μεταξύ τους στοιχεία και να δημιουργήσει έργα που τα χαρακτηρίζουν η ζωντάνια και η χαρά της φύσης. Εκτός από την θρησκευτική θεματολογία, ασχολήθηκε και με την απόδοση μυθολογικών θεμάτων, εκφράζοντας έτσι την τάση της εποχής του που οδηγούσε στην παρουσίαση ενός φανταστικού ιδεαλισμού, εναρμονισμένου με την χρωματική ένταση και την δυναμικότητα των μορφών του πίνακα.
Χαρακτηριστικά στοιχεία στους πίνακες του αποτελούν η λαμπρότητα του φωτός, οι αντιθέσεις των θερμών χρωμάτων, οι αλληγορικές σκηνές, η απόδοση της αισθησιακής ζωής. Η λεπτομέρεια ζωντανεύει την πραγματικότητα, ενώ η κίνηση δίνει πνοή στη ζωγραφική απεικόνιση της φύσης. (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 174).
Συνεχιστής της φλαμανδικής παράδοσης των Van Eyck, Brueghel, οι οποίοι στράφηκαν ακόμα και κατά της ομορφιάς, για να αποδώσουν την ζωή, κινείται όχι υπό το πρίσμα των κλασσικών κριτηρίων της ομορφιάς, όπως η ιταλική παράδοση, αλλά υπό το πρίσμα της νατουραλιστικής απόδοσης του ρεαλισμού. (Αλμπάνη Κασιμάτη 2001: σελ. 175).
Η Ιταλική επίδραση ξεκινά αρχικά μέσα την επαφή του με τους «ρωμανιστές» όπως αποκαλούσαν τους ζωγράφους της Αμβέρσας που είχαν σπουδάσει στην Ρώμη. Ωστόσο ο Rubens δεν έμεινε στην εξ’ αποστάσεως επίδραση αλλά πήγε, έμεινε, μαθήτευσε, εργάστηκε και δημιούργησε μία οκταετία (1600-1608) στην Ιταλία. Εκεί αφομοίωσε τόσο τα διδάγματα της αρχαιότητας όσο και τα διδάγματα των μεγάλων Ιταλών δασκάλων τους 16ου αιώνα για το χρώμα, το φως και την ελεύθερη πινελιά μέσα από τα έργα των Carracci, Tintoretto, Veronese, Caravaggio και Tiziano Vecellio, τα έργα των οποίων μελέτησε σε βάθος και προσπάθησε να συναγωνιστεί. Ωστόσο παρά την γοητεία που του άσκησε η νέα τέχνη που αναπτυσσόταν στην Ιταλία ο Rubens παραμένει ένας Φλαμανδούς καλλιτέχνης ακολουθώντας μία παράδοση όπου η δουλειά του ζωγράφου είναι να ζωγραφίζει τον γύρω κόσμο του όπως οι προγενέστεροι του, πάντοτε επικεντρωμένοι στις ποικιλόμορφες επιφάνειες των πραγμάτων χωρίς να νοιάζονται για την σοβαρότητα του θέματος, δίχως να τους απασχολούν τα κριτήρια της ομορφιάς όπως τους Ιταλούς (Gombrich 2007: σελ. 397). Ωστόσο επηρεάστηκε από τον νατουραλισμό του Caravaggio αλλά και την αρχαία και μυθική θεματολογία του Carracci. Το σημαντικό στοιχείο στους πίνακες του Rubens σύμφωνα με τον Gombrich είναι το τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει την ζωντάνια των προσώπων στο καμβά σε αντίθεση με τα παλαιότερα μεγάλα έργα των Φλαμανδών ζωγράφων στα οποία τα πρόσωπα φαίνονται άψυχα και απόμακρα (Gombrich 2007: σελ. 400).

Στο έργο του «Απόβαση της Μαρίας των Μεδίκων στη Μασσαλία» (1622-1625) έναν από τους 22 που ζωγράφισε ο Rubens για την βασίλισσα της Γαλλίας διακρίνονται τα χαρακτηριστικά που τον έκαναν ξεχωριστό. Η απεικόνιση δίνεται με έντονη μεγαλοπρέπεια, οι σκηνές ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα, ενώ στην επιφάνεια του πίνακα κυριαρχεί ένας λεπτός διακοσμητικός πλούτος και μία εντυπωσιακή ζωντάνια. Ο Rubens ζωγράφισε τα πραγματικά πρόσωπα που συμμετείχαν στα διάφορα γεγονότα χρησιμοποιώντας όμως και αλληγορικές μορφές. Στο συγκεκριμένο πίνακα οι αλληγορικές μορφές αναπαριστούν τις νύμφες και τις μορφές των υδάτων που κρατούν την γέφυρα πάνω στην οποία αποβιβάζονται τα πραγματικά πρόσωπα, η Μαρία των Μεδίκων και η ακολουθία της. Η εικόνα του πλοίου δίνει στον ζωγράφο την δυνατότητα να φιλοτεχνήσει με διακοσμητικά στοιχεία το έργο του. Οι χρωματικές εναλλαγές, ο δυναμισμός των μορφών, η ένταση του διακόσμου και των λεπτομερειών συνθέτουν ένα τυπικό δείγμα ζωγραφικής του 17ου αιώνα όπου κυριαρχούν ο θριαμβικός χαρακτήρας των ιστορικών σκηνών και οι λεπτομέρειες των διαφόρων σημαντικών γεγονότων. (ΟΕΔΒ 2004: σελ. 175)

H μουσική του Μπαρόκ
Η υπαγωγή μία ολόκληρης εποχής (1600-1750) με τόσο γόνιμες επαναστατικές εξελίξεις στην μουσική κάτω από ενιαίο χαρακτηρισμό «μουσική Μπαρόκ» θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ανεπαρκής. Οι σημαντικές κατακτήσεις της περιόδου αυτής στον τομέας της μουσικής συνοψίζονται:
Α) στη δημιουργία του λυρικού θεάτρου, της μουσικής μορφής της όπερας και του ορατορίου
Β) στην μετάβαση από την πολυφωνία στην ομοφωνία (από την αντίστιξη στην αρμονία), στην επικράτηση δηλ. μίας μελωδικής γραμμής που πλαισιώνεται τώρα από μία κάθετη αρμονική συνοδεία (συγχορδία).

Ο μουσικός Monteverdi
Ο Claudio Monteverdi (1567-1643) ο οποίος υπήρξε ο διαμορφωτής της όπερας και ανανεωτής της εκκλησιαστικής μουσικής συγγραφέας εννέα βιβλία μανδριγαλίων , κινήθηκε στο μεταίχμιο των δύο εποχών στις τέχνες, ανάμεσα στην ύστερη Αναγέννηση και το μπαρόκ. (Μάμαλης, 2001: σελ.48).
Ο Monteverdi ανανεώνει τον τρόπο σύνθεσης των μανδρυγαλίων, η μελωδία είναι γωνιώδης, η αρμονία όλο και περισσότερο διάφωνη, η διάθεση έντονα φορτισμένη ψυχολογικά και η μουσική παρακολουθεί κάθε διακύμανση του στίχου ακόμα και εις βάρος της μουσικής ισορροπίας. Τα μουσικά του έργα δομούνται με τραγικούς ρυθμούς και μουσική φαντασία παρουσιάζοντας έντονη εκφραστική δύναμη. Το μουσικό έργο του Ορφέας (1607) αποτελεί την πρώτη πετυχημένη προσπάθεια σύνθεσης δραματικής ποίησης, θεατρικού δρώμενου και μουσικής (τα μικρά ορχηστρικά μέρη – ριτορνέλι) με έναν ελεύθερο τρόπο, μακρυά από τους δογματισμούς στην σύνθεση που επικρατούσαν μέχρι τότε, διαμορφώνοντας τα όρια στα οποία θα κινηθεί δημιουργικά για τους επόμενους 3 αιώνες το είδος του λυρικού θεάτρου που θα γίνει γνωστό, ως όπερα.
Έτσι στο νέο τρόπο έκφρασης με το ύφος ρετσιτατίβο ο Monteverdi αναμιγνύει οτιδήποτε χρησιμοποιείται δραματικά με την παράδοση της πολυφωνίας επιστρατεύοντας όλα τα αρμονικά και ορχηστρικά στοιχεία. Η ορχήστρα συνοδός της δραματικής εξέλιξης ενισχύει την δραματικότητα της πρόζας με το ενόργανο ηχόχρωμα (Μάμαλης, 2001: σελ.62-63)
Στην όπερα του «Ορφέας» χρησιμοποιεί για πρώτη φορά μία μουσική γλώσσα τόσο άμεση, συγκινητική και πειστική. Η δραματική της δύναμη είναι ακαταμάχητη. Ο λόγος και η μουσική δένονται σε μία άρρηκτη ενότητα. Έχοντας ανεπτυγμένη την αίσθηση της ενιαία δραματικής μορφής κατορθώνει να σχηματοποιήσει ολόκληρες πράξεις σε μουσικές ενότητες.
Από τις σωζόμενες μελοδραματικές συνθέσεις του η «Στέψη της Ποππάιας» και «η επιστροφή του Οδυσσέα» θεωρούνται οι πρώτες νεώτερες όπερες. Το ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στην ανάπτυξη ενός ανθρώπινου χαρακτήρα μέσα σε ρεαλιστικές συνθήκες. Υπάρχουν βασικά θέματα πλοκής και μικρότερα υποθέματα, που επιτρέπουν την παρουσία μία πληθώρας ρόλων. Η μουσική έρχεται να εκφράσει τα συναισθήματα τους στα πλαίσια μία ενιαίας φόρμας έτσι ώστε η μουσική να παραμένει πάντοτε ένα μέσο και να μην αποτελεί αυτοσκοπό. Συγχρόνως υπάρχουν αρκετές απομνημονεύσιμες μελωδίες, ώστε η όπερα να γίνεται μουσικά ελκυστική.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω
Το μπαρόκ είναι μία περίεργη περίοδος για τις εικαστικές τέχνες και την μουσική. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο να σηματοδοτήσει κάποιος το σύνολο της χρονικής περιόδου αυτής κάτω από μία έννοια, δεδομένου ότι δεν υπάρχει το συνεκτικό στοιχείο που να συνδέει την καλλιτεχνική δραστηριότητα του Rubens, του Bernini ή του Monteverdi, αλλά ταυτόχρονα να τους διαφοροποιεί τόσο από τους προηγούμενους τους όσο και από τους επόμενους τους.
Είναι κατά συνέπεια μια προσπάθεια ένταξης μίας τόσο ποικιλόμορφης καλλιτεχνικής περιόδου κάτω από μία κοινή ονομασία, για λόγους ιστορικής ευχρηστίας στηριγμένης σε κάποια ιδιόμορφα καλλιτεχνικά δημιουργήματα και τεχνοτροπίες της περιόδου όπως στην ζωγραφική η φωτοσκίαση και η άρνηση των αναγεννησιακών προτύπων, στην γλυπτική η σκηνογραφική απόδοση, στην μουσική η όπερα.
Αναμφίβολα οι πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες συνέβαλαν στην διαμόρφωση της ιστορική ιδιαιτερότητας της εποχής. Η μεταρρύθμιση και η αντιμεταρρύθμιση έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση των εικαστικών ιδιαιτεροτήτων των περιοχών στις οποίες επεβλήθησαν ενώ η υποχώρηση της θρησκευτικής τέχνης απέναντι στην κοσμική είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό.
Εν κατακλείδι ολόκληρη η εποχή «μπαρόκ» περιγράφει μία ιδιαίτερα λαμπρή εποχή, η οποία κληροδότησε με μεγαλόπρεπα και εξαίρετα δείγματα τέχνης σε όλους τους τομείς (Αλμπάνη, Κασιμάτη 2001: σελ. 159).


Βιβλιογραφία

• Αλμπάνη Τ., - Κασιμάτη Μ. 2001, Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη Τόμος Α’ – Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από τον Μεσαίων ως τον 18ο Αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα.
• Μάμαλης Ν. 2001, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, Τόμος Γ’, Η Μουσική στην Ευρώπη, ΕΑΠ, Πάτρα.
• ΟΕΔΒ 2004, Ιστορία της Τέχνης, Ζιρώ Ο., Μερτζάνη Ε., Πετρίδου Β., Εκδόσεις ΟΕΔΒ, Αθήνα
• ΟΕΔΒ 1991, Η μουσική μέσα από την Ιστορία της, Βασιλειάδης Σ., Φραγκούλη Α., Ασημομύτης Β., Εκδόσεις ΟΕΔΒ, Αθηνά.
• Ράπτης Κ. 1999, Γενική Ιστορία της Ευρώπης τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα.
• Gombrich E.H. 2007, Το Χρονικό της Τέχνης, μτφ. Κάσδαγλη Λ., Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα.
• Machlis J. 1996, Η απόλαυση της Μουσικής, μτφρ Πυργιώτης Δ., Εκδόσεις Fagotto, Αθήνα.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

πολυ εμπεριστατωμενη μελετη
\
www.arelis.gr
περιεχει το καλλιτεχνικο δημιουργημα ερωτονομικον
και σειρα αρθρων τεχνης για νεους ελληνες καλλιτεχνες