Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2008

Σκηνές Βίας: Σκηνή 1η - Μεταναστεύοντας

Ο F. είναι 10 μήνες στην Ελλάδα, και σίγουρα δεν είναι ο παράδεισος που πίστευε ότι θα βρει ερχόμενος από το κατατρεγμένο Iraq. Στην χώρα του τα πράγματα είναι τραγικά, οπότε οπουδήποτε μακρυά είναι μία σωτηρία για αυτόν. Εδώ στην Ελλάδα τουλάχιστον δεν κινδυνεύει να γίνει κομμάτια από καμιά έκρηξη. Ξεβράστηκε σε ένα νησί της Ελλάδας και μετά από μήνες ταλαιπωριών βρέθηκε να μένει σε ένα διαμέρισμα – κλουβί στο κέντρο της Αθήνας. Η καθημερινότητα του άθλια, καθάρισμα τζαμιών στους δρόμους για πενταροδεκάρες. Αυτό που τον σκότωνε όμως καθημερινά ήταν οι συνεχείς συλλήψεις και ανακρίσεις από τους αστυνομικούς. Τι να κάνει? Που να πάει? Πίσω δεν μπορεί, σε άλλη χώρα να προωθηθεί δεν μπορεί. Είχε κουραστεί να κυνηγιέται και να κρύβεται καθημερινά. Και τα βράδια προσπαθούσε να στριμωχτεί σε ένα στρώμα 1Χ2 και να κουρνιάσει μέχρι να ξημερώσει. Μία μέρα ένας συμπατριώτης του είπε ότι υπάρχει μία περιοχή της Αθήνας στην οποία δεν υπάρχουν αστυνομικοί για να τον ελέγχουν, θα μπορεί να περπατάει σε αυτήν την περιοχή χωρίς φόβο, και επίσης σε αυτήν την περιοχή υπάρχει μία οργάνωση που φροντίζει τους μετανάστες. Εκείνος μπορούσε να του εξασφαλίσει ένα στρώμα σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλους 4 με 3 ευρώ την ημέρα. Ο F. δέχθηκε αμέσως. Τα Εξάρχεια έγιναν για αυτόν μία όαση στην γκρίζα και αφιλόξενη αυτή πόλη. Έφευγαν από το πρωί όλοι μαζί για μεροκάματα και τα, τα απογεύματα πήγαιναν στο Στέκι των Μεταναστών. Εκεί ο F. μάθαινε λίγα Ελληνικά, συνομιλούσε με τους συμπατριώτες του, γνώρισε Έλληνες που είχαν να του πουν μία καλή κουβέντα. Άρχισε να χαμογελάει. Δούλευε όπου μπορούσε για το μεροκάματο και τα απογεύματα απολάμβανε να περπατά ελεύθερα στα σοκάκια της μικρής αυτής περιοχής. Το μέρος που του άρεσε περισσότερο ήταν τα καταστήματα με τα ηλεκτρονικά ήδη στην Στουρνάρα. Χάζευε για ώρες τους υπολογιστές και τα κινητά αποτυπώνοντας στο μυαλό του κάθε χαρακτηριστικό τους. Μια δυο φορές μπήκε και τα είδε από κοντά, αλλά δεν το επιχείρησε παραπάνω. Το σκληρό βλέμμα των υπαλλήλων τον αποθάρρυνε. Αλλά οι τελευταίες μέρες είναι πολύ δύσκολες. Η Αθήνα του θυμίζει την πατρίδα του. Φωτιές, εκρήξεις φωνές. Δυσκολεύεται πλέον να κυκλοφορεί. Κάποιοι μετανάστες έμαθε ότι συμμετέχουν στις συγκρούσεις. Αυτός δεν μπορεί άλλη βία. Δεν την αντέχει. Από την Κυριακή είναι κλεισμένος σπίτι. Σήμερα Δευτέρα δεν πήγε για μεροκάματο. Το βράδυ δεν άντεξε τις μέρες μέσα στο δωμάτιο. Αποφάσισε να βγει. Κινείται αργά προς την Στουρνάρα. Βρίσκει τον H. γνωστό του από την πατρίδα να κρατάει ένα κουτί στα χέρια. Ο H. του λέει ότι έχουν σπάσει αρκετά καταστήματα με ηλεκτρονικά. Υπάρχουν κάποιοι που μπαίνουν παίρνουν και μοιράζουν συσκευές. Τον προτρέπει να πάει και αυτός να πάρει. ο F. πηγαίνει σαν αποσβολωμένος προς τα εκεί. Κόσμος πάει πέρα δώθε, βλέπει κόσμο να μπαίνει σε ένα μαγαζί και να βγαίνει με ηλεκτρονικές συσκευές στα χέρια. Κάποιος του πετάει ένα κουτί με ένα κινητό. Ακούγεται μία φωνή από έναν με κουκούλα «Δικό σου αδελφέ». Ο F. κυττά το κουτί και χαμογελάει. Το παίρνει. Το βάζει μέσα από το σακάκι και κινείται να φύγει. Δύο χέρια τον αρπάζουν και τον κολλάνε στον τοίχο. Κάτι παγωμένο και σκληρό τυλίγεται στα χέρια του. Το χαμόγελο παγώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: